Από το επεισόδιο “Fish Sticks” του εξαιρετικού SouthPark.
PaddyLand (TM)
A few fairytales gone bad
Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011
Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009
Dry County (Part II)
Ήταν μια τυπική μέρα στην πόλη όπως όλες οι άλλες. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και ο ουρανός είχε βαφτεί με το χρώμα του αίματος ενώ η άμμος ασήμιζε καθώς οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χάιδευαν τον δρόμο. Οι περισσότεροι από εμάς είχαν μαζευτεί στο σαλούν του Φλάναγκαν για να διώξουμε την κούραση της ημέρας με μια κρύα μπύρα. Όλοι μας είχαμε το γνωστό απογοητευμένο ύφος γιατί οι πηγές είχαν πια στερέψει και έβγαζαν περισσότερη άμμο παρά πετρέλαιο. Εγώ καθόμουν σε ένα τραπέζι μαζί με τον Αρτ και τον Νικ. Πρέπει να είμαστε τουλάχιστον τριάντα άτομα στο σαλούν και η ζέστη ήταν όπως πάντα αποπνικτική. Αυτό είχε εμπνεύσει τον Αρτ να σχεδιάζει στις χαρτοπετσέτες του τραπεζιού μια ακατάληπτη συσκευή που σύμφωνα με αυτόν θα την τροφοδοτούσες με παγάκια και θα δημιουργούσε ρεύματα ψυχρού αέρα για να δροσίζονται οι άνθρωποι που θα ήταν κοντά της. Ενώ συζητούσε ζωηρά με τον Νικ και εγώ πάσχιζα να κατανοήσω τι έλεγε ένα τέτοιο κύμα ψυχρού αέρα χάιδεψε απότομα τον αριστερό μου ώμο. Γύρισα απορημένος το κεφάλι μου αλλά δεν υπήρχε τίποτα πίσω μου. Ταυτόχρονα άκουσα ένα σιγανό «χαααας» ακριβώς μέσα στο κεφάλι μου. Πετάχτηκα όρθιος. Οι περισσότεροι γύρισαν να με κοιτάξουν αλλά η ματιά μου «κλείδωσε» με τον Φιλ που με παρατηρούσε εδώ και ώρα με αμείωτο ενδιαφέρον. Τώρα πια είχα ανατριχιάσει ολόκληρος και άρχισα να τρέμω. Ο Φιλ, σαν να ήξερε τι μου συμβαίνει έκλεισε ήρεμα και τα δυο του μάτια και τα ξανάνοιξε καθησυχαστικά. Ο Αρτ μου έπιασε το χέρι. «Παραφάγαμε νάτσος;» με ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλλον» του απάντησα εγώ που άδραξα την ευκαιρία και ξεκίνησα προς τα έξω με σκοπό να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να σταματήσω το τρέμουλο. Η τουαλέτα του Φλάναγκαν ήταν στο πίσω μέρος του σαλούν. Καθώς έσπρωχνα τις δίφυλλες πόρτες της εισόδου γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον Φιλ να είναι ακόμα καρφωμένος πάνω μου. Δίπλα του ο Βικ χάραζε με ένα τεράστιο μαχαίρι ακατάληπτα σχήματα πάνω στο τραπέζι.
Όταν βρέθηκα έξω, έκανα δυο βήματα και μετά γονάτισα. Τα πόδια μου έτρεμαν. Έμεινα για λίγο σκυμμένος κοιτάζοντας το ταλαιπωρημένο ξύλο του πατώματος και πάνω που άρχισα να ανακτώ τις δυνάμεις μου το ξανάκουσα:
Χααααααςςς
Ήταν σαν τον θόρυβο που κάνει ο άνεμος όταν μπαίνει από μια στενή χαραμάδα, μόνο που δεν ήταν ο άνεμος ήταν μια προειδοποιητική σειρήνα, και δεν υπήρχε στενή χαραμάδα, ήταν το κεφάλι μου. Ενστικτωδώς σήκωσα το βλέμμα μου και τότε τους είδα.
Πέντε καβαλάρηδες ντυμένοι στα μαύρα πάνω σε άλογα κάλπαζαν ήρεμα στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Της πόλης μου. Ήταν αρκετά μακριά ακόμα για να μην μπορώ να ξεχωρίσω πρόσωπα αλλά όλο μου το είναι ούρλιαζε πως έρχονται φασαρίες. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας και το χέρι μου κατέβηκε ενστικτωδώς στο ασημί περίστροφο που ήταν περασμένο στη ζώνη μου. Δώρο του Αρτ για τα τριακοστά τρίτα γενέθλιά μου, όταν μου το είχε δώσει θυμάμαι είχε γίνει μεγάλος καυγάς στο σπίτι για να το κρατήσω. «Δεν νομίζω να χρειαστεί να σημαδέψεις ποτέ κανένα με αυτό, αλλά κάθε όμπρε που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει ένα περίστροφο, και αφού θα το έχεις για μόστρα, ας είναι τουλάχιστον μουράτο». Έσφιξα την λαβή του όπλου με το δεξί μου χέρι. Δεν είχα πυροβολήσει ποτέ μου, ούτε καν για προπόνηση. Με τα νεύρα τεταμένα έκανα στροφή και ξαναμπήκα στο σαλούν. «Αρτ» είπα. «Προβλήματα». Ο Αρτ έμεινε με το μολύβι στον αέρα να με κοιτάει απορημένος. Εντωμεταξύ οι καβαλάρηδες είχαν φτάσει στην πόρτα μας και πολλοί τους χάζευαν καθώς έδεναν τα άλογά τους έξω από την αριστερή ποτίστρα. Δεν ξέρω ποιος το είπε πρώτος αλλά η λέξη εξαπλώθηκε από στόμα σε στόμα σαν πυρκαγιά σε ξεραμένα χόρτα: «Ο Τζόνστον».
Ο Τζόνστον και η συμμορία του ήταν γνωστοί σε ολόκληρο το γουεστ και ακόμα παραπέρα. Από τους πιο αιμοσταγείς κακοποιούς, επικηρυγμένος σε όλες σχεδόν τις πολιτείες. Όσοι είχαν προσπαθήσει να τον σταματήσουν αυτή τη στιγμή βρίσκονταν κοντά στο Θεό του Νικ ή τους χώνευαν ακόμα τα όρνια στην έρημο (κατά την δική μου εκδοχή). Όταν οι πέντε έσπρωξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα επικράτησε απόλυτη σιγή. Ο Τζόνστον ήταν μπροστά και –ουρανοί- ήταν ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ. Πρέπει να ήταν πάνω από δύο μέτρα, τριχωτός, αξύριστος και με δύο αεικίνητα μάτια σαν κάρβουνα. Στάθηκε στη μέση του σαλούν δίνοντας χρόνο σε όλους μας να τον μετρήσουμε με το βλέμμα, ενώ τα τέσσερα αποβράσματα που είχε μαζί του μας κοιτούσαν καχύποπτα. Πρέπει να πέρασε σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό όταν ο Τζόνστον αποφάσισε να μιλήσει πρώτος. «Όλοι ξέρετε ποιος είμαι. Εγώ και τα παλικάρια μου είμαστε περαστικοί και δεν επιθυμούμε φασαρίες. Θέλουμε απλά να ξαποστάσουμε για λίγες μέρες γιατί έχουμε μεγάλο ταξίδι μπροστά μας. Δεν έχουμε σκοπό να ληστέψουμε κανέναν και ειλικρινά δεν νομίζω ότι αυτή η πόλη έχει τίποτα που να αξίζει τον κόπο. Θα σας συμβούλευα λοιπόν να κοιτάξετε τις δουλειές σας και να σας βγουν από το μυαλό ιδέες για κάποια παχυλή αμοιβή από τους ομοσπονδιακούς. Είμαστε εντάξει;»
Κανείς δεν απάντησε αλλά σχεδόν όλοι ξεφύσησαν ανακουφισμένοι. Δεν είμαστε ήρωες –τουλάχιστον αυτό πίστευα μέχρι εκείνη τη στιγμή- και δεν επιθυμούσαμε φασαρίες. Η παρουσία του Τζόνστον στην πόλη ήταν δυσάρεστη αλλά αν σε λίγες μέρες έφευγε όπως έλεγε αρκούσε να είμαστε προσεκτικοί και να μην προκαλούμε καταστάσεις και σύντομα θα ξαναγυρνούσαμε στην ρουτίνα μας. Έξαφνα το σαλούν ξαναγέμισε ήχους. Η παρέα δίπλα μας συνέχισε να παίζει χαρτιά, ο Αρτ να σχεδιάζει το μηχάνημά του και ο Βικ να χαράζει το τραπέζι. Εγώ ένιωθα ακόμα εξαιρετικά άβολα, αλλά χαλάρωσα στην καρέκλα μου και σήκωσα το μπουκάλι της μπύρας στο πρόσωπό μου εξακολουθώντας να κοιτάζω προς την μεριά τους. Ο Τζόνστον προχώρησε προς το μπαρ και ζήτησε κάτι από τον Φλάναγκαν, ο οποίος εξαφανίστηκε στο βάθος για λίγο και επέστρεψε με πέντε ποτήρια. Ο Τζόνστον και η παρέα του πήραν από ένα και αναζήτησαν με το βλέμμα χώρο για να καθίσουν. Το μόνο τραπέζι που είχε μόνο δύο άτομα ήταν αυτό του γερο-Φιλ, δίπλα ακριβώς από το μπαρ. Οι πέντε στάθηκαν ακριβώς από πάνω τους. «Γέρο!», είπε ο Τζόνστον. «Θα σε πείραζε να μας αδειάσεις τη γωνιά;». Πριν προλάβει να απαντήσει πετάχτηκα όρθιος. «Φιλ! Έλα εδώ μαζί μας» είπα παρακαλετά. Ο Φιλ σήκωσε τα μάτια του το ίδιο ήρεμα όπως πάντα και απάντησε «Φυσικά γιε μου. Βικ, σήκω». Ο Βικ σταμάτησε να σκαλίζει το τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος ενώ παρατήρησα ότι το πάνω χείλος του ήταν ανασηκωμένο και αποκάλυπτε λίγο από τους κυνόδοντές του. Ο Φιλ τον έπιασε καθησυχαστικά από τον ώμο και τον οδήγησε προς το τραπέζι μας. Δεν είχαν φτάσει στα μισά της διαδρομής όταν ο Τζόνστον ξαναμίλησε: «Και τι στο διάολο είναι αυτό;» Το χέρι του περνούσε πάνω από το σχέδιο του Βικ στο τραπέζι που έμοιαζε με ένα ελάφι που από το στόμα του ξεκινούσε ένα στριφογυριστό βέλος και κατέληγε στο στομάχι του. Ο Βικ σταμάτησε και ψέλλισε με δυσκολία «Είναι ένα γκόπαν. Προστατεύει από τα κακά πνεύματα» Το ειρωνικό χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο του Τζόνστον ήταν πέρα για πέρα σατανικό. «Ινδιάνοι...», είπε, «Πόσο γκόπανος πρέπει να είναι κανείς για να πιστεύει ακόμα σε αυτές τις αηδίες.» Το σχόλιό του ακολούθησαν βροντερά γέλια από την παρέα του. Όταν έκατσαν κάτω, και ο Φιλ με τον Βικ ήρθαν σε εμάς αναστέναξα με ανακούφιση. Άλλη μια δοκιμασία είχε περάσει. Οι τύποι ήταν επικίνδυνοι όσο και οι ασταθείς δυναμίτες που έφτιαχνε ο Αρτ με νιτρογλυκερίνη. Έπρεπε να προσέξουμε πολύ πως θα τους χειριστούμε. Το ένστικτό μου φώναζε να φύγουμε μέσα από το σαλούν όσο το δυνατό γρηγορότερα. «Αρτ, Νικ. Πάμε να φύγουμε;» ρώτησα παρακλητικά. Και τότε κάτι μου έσφιξε δυνατά το αριστερό χέρι. Τα νεύρα μου ήταν τόσο τεντωμένα που σχεδόν πετάχτηκα όρθιος. Κοίταξα κάτω και συνειδητοποίησα ότι με είχε αρπάξει ο Φιλ, ο οποίος μου είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Όχι ακόμα γιε μου. Σε χρειαζόμαστε απόψε». Αν μου είχε πει ότι σκοπεύουν να με αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να με πετάξουν σε ένα φαράγγι θα είχα τρομάξει λιγότερο. Παρόλα αυτά βολεύτηκα καλύτερα στην καρέκλα μου και ένευσα συγκαταβατικά στον Φιλ.
Πέρασε έτσι ακόμα μία ώρα. Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους αλλά εγώ ήμουν διαρκώς σε επιφυλακή. Η ματιά μου ταξίδευε συνεχώς προς την μεριά του Τζόνστον και της παρέας του οι οποίοι προφανώς τα είχαν πιει σε χρόνο «ΝτεΤέ» που έλεγε και ο Αρτ και που από όσο μου είχε εξηγήσει σήμαινε «πολύ γρήγορα». Σήκωναν τα τεράστια ποτήρια του λίτρου με την μπύρα και τα χτυπούσαν πάνω στο σχέδιο του Βικ και πείραζαν ο ένας τον άλλον λέγοντας «Ρε συ σταμάτα να γκοπανάς την μπύρα σου!» και διάφορα άλλα χαριτωμένα. Ο κόσμος είχε αραιώσει αισθητά φυσικά –όλοι οι γενναίοι συμπολίτες της Dream Gulch είχαν κρυφτεί στα σπίτια τους και για πρώτη φορά μάλλον είχαν διπλοκλειδώσει κιόλας. Πάνω που σκεφτόμουν ότι ίσως θα έπρεπε και εμείς σιγά-σιγά να πηγαίνουμε, ο Τζόνστον σηκώθηκε και πήγε προς το μπαρ. «Χάουντι και πάλι» είπε. «Χάουντι» απάντησε ο Φλάναγκαν. «Εγώ και τα παλικάρια μου χρειαζόμαστε ένα μέρος να μείνουμε απόψε. Ελπίζω να έχεις ελεύθερα δωμάτια εδώ.» Ο Φλάναγκαν είπε απρόθυμα πως είχε. Ελάχιστοι ξένοι ερχόντουσαν στην πόλη μας και το σαλούν είχε έξι δωμάτια διαθέσιμα. Ο Τζόνστον πήρε τα κλειδιά των δωματίων και μετά έκανε την ερώτηση που ξεκίνησε τον αφανισμό της πόλης: «Τα αγόρια μου θέλουν επίσης και να διασκεδάσουν –αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Ο Φλάναγκαν χλόμιασε. Δεν νομίζω να τον είχα ξαναδεί να χλομιάζει ποτέ. Ο Μπράιαν Φλάναγκαν ήταν από τους πιο χαρούμενους μπάρμεν που ήξερα, πάντα έκανε σόου όταν σου σέρβιρε ποτά πετώντας τα μπουκάλια στον αέρα και πιάνοντάς τα πίσω από την πλάτη του. «Δεν έχουμε γυναίκες εδώ» είπε άβολα. «Μπορείς να πας στο Βέγκας Σίτυ για να βρεις αυτό που ζητάς». Η απάντηση δεν άρεσε σε κανέναν από τους πέντε. Παρόλα αυτά ο Τζόνστον συνέχισε να χαμογελάει. Γύρισε προς τα εμάς και είπε με βροντερή φωνή «Μα τι άχρηστη πόλη έχετε στήσει τελοσπάντων αν δεν έχετε ούτε ένα σπίτι για ΑΝΤΡΕΣ;» Εγώ τον κοιτούσα σαν υπνωτισμένος. Δεν μπορούσα να εξηγήσω το πώς αλλά για τρίτη φορά μέσα στην μέρα είχα παραλύσει. Οι υπόλοιποι στριφογύριζαν στις καρέκλες τους ανήσυχα. «Αυτό το σαλούν είναι μπουρδέλο έτσι και αλλοιώς..» συνέχισε ο Τζόνστον. «Που είναι λοιπόν οι πούτας του;» Από τα νεύρα του κλώτσησε μια καρέκλα η οποία εκτοξεύτηκε πάνω στο πιάνο που υπήρχε στη γωνία του δωματίου. Ακούστηκε ένα ηχηρό «σπρόινγκ» που ακόμα δεν ξέρω αν προερχόταν από το πιάνο η από τα νεύρα μας που έσπαγαν. Καθώς η έκρηξη θυμού του Τζόνστον κόπαζε και τα δύο από τα τέσσερα μούτρα ανέβαιναν τις σκάλες για να πάνε στα δωμάτιά τους χαχανίζοντας, το ξανάκουσα:
Χαααααςςςςςςςς
Την ίδια ακριβώς στιγμή η κόρη του Μπράιαν προφανώς παρακινούμενη από τον θόρυβο εμφανίστηκε στο κατώφλι της πόρτας της κουζίνας. «Πάπι είσαι καλά;» ρώτησε. Ο Τζόνστον γύρισε και την κοίταξε όπως κοιτάζουν τα κογιότ τα γέρικα βουβάλια. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήξερα ότι όλα θα πάνε στραβά.
Ο Τζόνστον γρύλισε θριαμβευτικά «Βρε βρε… Κοίτα που τελικά κάτι έχει να προσφέρει αυτή η πόλη» και κινήθηκε προς την Σάρα που είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τον εξίσου μικρόσωμο πατέρα της. Ταυτόχρονα ο Φιλ πετάχτηκε όρθιος έχοντας τα χέρια του σηκωμένα πάνω από το κεφάλι του. «Ήρεμα γιε μου. Άκουσε με μισό λεπτό» είπε με σταθερή φωνή. Οι τέσσερις άντρες, δύο στη σκάλα και δύο στο τραπέζι είχαν ήδη τραβήξει τα όπλα τους. Ο Τζόνστον ύψωσε το ανάστημά του μπροστά στον γέρο-Φιλ. Ασυναίσθητα θυμήθηκα τις ιστορίες που έλεγε ο Νικ για τον Δαυίδ και τον Γολιάθ. «Τι θες γέρο;» ρώτησε επιτακτικά. Ο Φιλ δεν πτοήθηκε. «Είμαι ο πιο παλιός στην πόλη. Την είδα να γεννιέται μπροστά μου και έγινα ένα με αυτή. Εσείς είστε ξένοι. Δεν θέλετε φασαρίες. Υπάρχουν άπειρες πόλεις λίγο πιο κάτω για να κάνετε ό,τι αγαπάτε. Εδώ μην το κάνετε. Δεν ανήκετε εδώ. Φύγετε. Τώρα» Τα λόγια του επιβεβαίωσαν τρία ξερά «κλικ». Ο Αρτ, ο Μπράιαν και ο Νικ (είχε ο Νικ όπλο; Πως δεν το είχα προσέξει ποτέ μου;) είχαν οπλίσει και σημάδευαν από έναν. Εγώ, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν και πάλι παραλυμένος στη θέση μου έχοντας σπασμούς και έβλεπα σε αργή κίνηση τον Βικ να τρυπώνει αθόρυβα κάτω από το τραπέζι. Κοίταξα το ανέκφραστο πρόσωπο του Τζόνστον και τρόμαξα τόσο πολύ που έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου.
Έβλεπα ακόμα το πρόσωπο του Τζόνστον.
Η συνειδητοποίηση αυτή με τρόμαξε τόσο πολύ που σχεδόν κατουρήθηκα. Έβλεπα ακόμα το γαμημένο πρόσωπο του Τζόνστον. Έβλεπα το μπαρ, τον Μπράιαν με την καραμπίνα του να σημαδεύει τον πιο κοντινό του, το σαραβαλιασμένο πιάνο. Έβλεπα τα πάντα. «Δεν θες να το κάνεις αυτό γιε μου» είπα.
«Δεν θες να το κάνεις αυτό γιε μου» είπε ταυτόχρονα ο Φιλ.
Τι μου συμβαίνει;
Ο Τζόνστον που μέχρι τότε φαινόταν να διστάζει πήρε την απόφασή του και τράβηξε το όπλο του. Λογικά πρέπει να το έκανε πολύ γρήγορα αλλά εγώ τα έβλεπα όλα σαν σε αργή κίνηση. Ύψωσε το περίστροφό του στο μέτωπο του Φιλ και είπε «Γαμμμμήηηηηησσσου Γέερρρρροοο». Καθώς το δάχτυλό του ξεκίνησε να πιέζει τη σκανδάλη είχα την ευκαιρία να ρίξω μια καλή ματιά στην κάννη του μέσα από τα μάτια του Φιλ. Ήταν λες και στεκόμουν στην άκρη ενός πολύ μεγάλου τούνελ, τόσο τεράστια μου φάνηκε. Ο χρόνος επιβράδυνε ακόμα περισσότερο καθώς στο βάθος του τούνελ εμφανίστηκε μια πολύ μικρή κόκκινη φλόγα που άρχισε να μεγαλώνει και να έρχεται κατά πάνω μου (κατά πάνω του) και εγώ εντελώς ενστικτωδώς έπεσα (πέσαμε) προς τα πίσω. Ο κρότος του όπλου αντήχησε μέσα στο κεφάλι μου. Άνοιξα τα μάτια μου τη στιγμή που η σφαίρα τρυπούσε το στομάχι του Φιλ και με ένα απότομο τίναγμα (σαν να πέφτω από ψηλά) ήμουν και πάλι εγώ. Ο χρόνος άρχισε να κυλάει πιο γρήγορα, αλλά δεν είχε επανέλθει ακόμα στην φυσιολογική του ταχύτητα. Είδα την σφαίρα να χώνεται στο στομάχι του Φιλ σαν φίδι μέσα σε τρύπα της ερήμου. Είδα έναν πίδακα αίματος να πετάγεται ψηλά και να βάφει τα πόδια του Τζόνστον με κόκκινο σκούρο χρώμα καθώς κοίταζε απαξιωτικά το τελευταίο του θύμα. Άκουσα έξι πυροβολισμούς και είδα τους δύο στη σκάλα να πέφτουν προς τα πίσω σπάζοντας παράλληλα τα κάγκελα. Είδα τους δύο που ήταν στο τραπέζι αριστερά από τον Τζόνστον να σημαδεύουν εμάς. Ο Βικ που ήταν κάτω από το τραπέζι με μια απότομη για αυτούς αλλά αργή για εμένα κίνηση τίναξε τους ώμους του και το τραπέζι μας πετάχτηκε μπροστά μας μαζεύοντας τις σφαίρες που προορίζονταν για τα κεφάλια μας ενώ σκλήθρες εκτοξεύτηκαν προς το μέρος μας. Μας είχε σώσει τη ζωή. Με ταχύτητα αίλουρου πήδηξε πίσω από το μπαρ ενώ ποτήρια έσπαγαν από πάνω του καθώς ο ένας από τους δύο βρωμιάρηδες τον είχε βάλει στο σημάδι. Ο άλλος μας σημάδευε ακόμα. Καθώς ο Μπράιαν άδειαζε την καραμπίνα του πάνω στο κάθαρμα που πυροβολούσε τον Βικ, εγώ στεκόμουν σαν χάνος κοιτώντας μία τον τύπο που με σημάδευε και μία το ποτήρι.
Το τεράστιο ποτήρι της μπύρας που είχε κάποιος από αυτούς ακουμπήσει πάνω στο γκόπαν του Βικ είχε πυρακτωθεί. Η λιγοστή μπύρα μέσα του έβραζε κυριολεκτικά και η επιφάνειά του είχε πάρει ένα έντονο κοκκινωπό χρώμα. Στιγμές αργότερα το ποτήρι έσπαγε με έναν τρομακτικό θόρυβο και κομμάτια γυαλιού εκτοξευτήκαν τριγύρω. Πρέπει να ήμουν το τελευταίο πράγμα που είδε το κάθαρμα που με σημάδευε γιατί ένα τεράστιο γυαλί πέρασε σφυρίζοντας και καρφώθηκε από τα πλάγια στο αριστερό του μάτι. Η πρόσκρουση ήταν τόσο δυνατή που το μάτι του πετάχτηκε και έσκασε με ένα αηδιαστικό «σπλατ» στο τζάμι του σαλούν. Τα ουρλιαχτά του μου τρυπούσαν τα αυτιά. Χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς κάνω (Δεν-νομίζω-να) σήκωσα το θεόβαρο όπλο του Αρτ (χρειαστεί-να-σημαδέψεις-ποτέ) και σημάδεψα στο τεράστιο ανοιχτό στόμα (κανένα-με-αυτό είχε πει ο Αρτ) που φώναζε και τόσο με ενοχλούσε. Πίεσα τη σκανδάλη σχεδόν με όση δύναμη είχα. Το χέρι μου πετάχτηκε προς τα πάνω και η σφαίρα καρφώθηκε ακριβώς ανάμεσα στα μάτια του τελευταίου (κανένα) καθάρματος.
Και μετά υπήρξε απόλυτη σιωπή.
(To be continued…)
Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009
Revival
Μετά από μήνες απραξίας και έχοντας πλέον πάρει απόφαση ότι οι ιστορίες όσο μένουν στο μυαλό μου δεν θα ολοκληρωθούν ποτέ, αποφάσισα στα γρήγορα μια και είμαι μπροστά σε Η/Υ και βαριέμαι να σουλουπώσω λίγο δυο ΜΕΓΑΛΕΣ ιστορίες που είχα ήδη γράψει, να τις κόψω στα τρία και να ποστάρω το πρώτο κομμάτι τους με την φιλοδοξία να έχω το κίνητρο να τις ολοκληρώσω κάποτε.Η αρχική μου επιθυμία ήταν να βγεί η πρώτη αυτοτελής (Dry County) και η δεύτερη σε τρείς συνέχεις (Children of the Damned). Όπως όλοι καταλάβατε δεν μου "έκατσε" οπότε θα βγουν αναγκαστικά σε "τεύχη".
Έχω ήδη ανεβάσει το Dry County, ενώ την συνέχεια του Children ευελπιστώ να την ποστάρω μέχρι απόψε το βράδυ. Enjoy
Dry County ( Part I )
Στηρίχτηκα με την πλάτη στο ντέρικ για να πάρω μια ανάσα. Το γεμάτο φουσκάλες χέρι μου κινήθηκε προς τη τσέπη του πουκαμίσου μου και έβγαλε τα τσιγάρα μου. Έβαλα ένα στο στόμα και το άναψα χαμογελώντας ειρωνικά. Υπό κανονικές συνθήκες το να καπνίζει κανείς δίπλα σε ένα ντέρικ ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Όχι εδώ. Εδώ είναι κυριολεκτικά ένα ghost town, όπου το μόνο πράγμα που ρέει άφθονο είναι το κρασί. Πάνε μήνες τώρα που όλες οι πετρελαιοπηγές έχουν στερέψει, και ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που είδαμε την τελευταία σταγόνα νερού να αντλείται από το κεντρικό πηγάδι της πλατείας. Κόλαση του Δάντη. Είναι σαν η γη να μας εκδικείται που εναποθέσαμε πάνω της όλες μας τις ελπίδες και τα όνειρα για γρήγορο πλουτισμό.
Κατέβασα το καπέλο μου πιο χαμηλά και ρούφηξα αργά τον καπνό που έτσουζε το λαιμό μου και άφηνε μια πικρή γεύση στο στόμα. Έχει πάει τρεις το μεσημέρι, κανονικά είναι η ώρα που η γυναίκα μου θα έβγαινε εκνευρισμένη από το σπίτι και θα περπατούσε μέχρι εδώ για να με φωνάξει επιτέλους για φαγητό. Όχι πια. Η γυναίκα μου είναι πίσω στο πατρικό της μαζί με τα δυο μου παιδιά και αμφιβάλλω αν θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω, έκανε υπομονή σχεδόν έξι μήνες από τότε που άρχισαν τα πράγματα να πηγαίνουν κατά διαόλου.
Θυμάμαι σαν να ήταν χτες τη μέρα ήρθαμε εδώ. Είχαμε ακούσει για τον πυρετό του μαύρου χρυσού που είχε κατακλύσει τη Δύση. Διστάζαμε φυσικά να πάρουμε την απόφαση να μετακομίσουμε για τρίτη φορά. Εκείνο το καιρό ζούσαμε στην Ντοτζ του Κάνσας, όπου εργαζόμουν –ή μάλλον προσπαθούσα να εργαστώ- ως «μηχανικός τηλεπικοινωνιών». Μαλακίες δηλαδή, σκάβαμε με καμμιά δεκαριά άλλους ταλαίπωρους τρύπες στην στέρφα γη για να φυτέψουμε στύλους του τηλέγραφου. Η δουλειά είχε τελειώσει σχεδόν ένα μήνα, και πηγαίναμε καθημερινά στα κεντρικά για να ρωτήσουμε αν είχε έρθει εντολή να επεκτείνουμε το δίκτυο πέρα από την Ντοτζ Σίτυ. Και κάθε μέρα φεύγαμε με ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν ακούγαμε το ξερό όχι του Γουίλκινς. Στο τέλος είχαμε καταντήσει να πηγαίνουμε όχι για την προοπτική της δουλειάς, αλλά για να ξεφεύγουμε για λίγο από τη μιζέρια των σπιτιών μας και να τα λέμε μεταξύ μας. Μια τέτοια μέρα που είχαμε μείνει έξω από το τηλεγραφείο κουβεντιάζοντας βγήκε ο Γουίλκινς κρατώντας ένα τηλεγράφημα. Ήταν για εμένα και το είχε στείλει ο Αρτ. Τον Αρτ τον γνώριζα από πολύ παλιά, είχαμε συνεργαστεί στο έργο ύδρευσης της πολιτείας του Μιζούρι. Παρόλο που είμαστε εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες είχαμε ταιριάξει καλά μαζί, και κάναμε κολλητή παρέα. Ο Αρτ ήταν χωρισμένος και μου έριχνε καμμιά εικοσαριά χρονάκια, αλλά είχε μια σπάνια ηρεμία η οποία οφείλοταν κυρίως στην βαθύτατη πίστη του στο Θεό. Εγώ από την άλλη βρήκα την ευκαιρία να τον βομβαρδίσω με τις όποιες αντιρρήσεις είχα πάνω σε θεολογικά και λοιπά «παραφυσικά φαινόμενα» όπως επέμενα να τα αποκαλώ προς μεγάλη του θλίψη. Άσχετα όμως με αυτά μας έδεσε μια βαθιά φιλία η οποία ήταν απόρροια τόσο της ευγενικής και καλής του φύσης, όσο και της άψογης συνεργασίας που είχαμε. Τα τελευταία χρόνια είχαμε τραβήξει ξεχωριστούς δρόμους και είχα χάσει τα ίχνη του. Κοίταξα με περιέργεια το τηλεγράφημα. Ήταν μόνο μια λέξη:
PING
Γύρισα σπίτι απορημένος και του έγραψα ένα εξασέλιδο γράμμα όπου του εξιστορούσα τα βήματα μου από τότε που είχα να τον δω και τις πόλεις που είχα περάσει καταλήγοντας στην τωρινή τραγική μου επαγγελματική κατάσταση. Του έγραψα ότι χάρηκα που έδωσε σημεία ζωής γιατί φοβόμουν ότι είχαμε πλέον χαθεί. Έστειλα το γράμμα στη διεύθυνση του αποστολέα του τηλεγραφήματος. Δύο εβδομάδες μετά έλαβα την απάντησή του, με γράμμα αυτή τη φορά. Μου εξήγησε ότι μια και είχε χάσει τα ίχνη μου, αποφάσισε να στείλει σε όλες τις πόλεις ένα τηλεγράφημα προκειμένου να με εντοπίσει και ότι με έψαχνε για να μου προτείνει συνεργασία. Όντας και αυτός άνεργος για αρκετό καιρό, είχε υποκύψει στον πυρετό του μαύρου χρυσού και ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να κατοικήσουν σε μια νέα πόλη που είχε ξεφυτρώσει την Dream Gulch. Είχε οριοθετήσει ένα κομμάτι γης και είχε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για να στήσει πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου. Τα πρώτα δείγματα ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικά αλλά χρειαζόταν βοήθεια από ανθρώπους εμπιστοσύνης. Εκεί «έμπαινε» και ο δικός μου ρόλος. Μου ζητούσε να πάω και να γίνω ισότιμος συνέταιρος στην «Art Oil». Πενήντα-πενήντα. Για υπογραφή είχε βουτήξει τον δείκτη του σε ένα ποτήρι πετρέλαιο και είχε πατήσει το δάχτυλό του στο χαρτί.
Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Η κουβέντα με τη γυναίκα μου, η αποστολή τηλεγραφήματος στον Αρτ με μία λέξη «Έρχομαι», το μάζεμα και το πακετάρισμα των λιγοστών πραγμάτων που είχαμε, το ταξίδι με την άμαξα και η άφιξη μας στη Dream Gulch. Θυμάμαι που είχα εντυπωσιαστεί με την τοποθεσία της, ήταν κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Αυτό φυσικά δεν την εμπόδιζε να είναι μια πλήρης πόλη με το μπαρ, το στάβλο, τον σιδερά, το γραφείο του σερίφη, το γραφείο κηδειών, την εκκλησία, το νεκροταφείο και φυσικά με τα μισοτελειωμένα ντέρικ να υψώνονται στις πίσω αυλές των προχειροστημένων σπιτιών. Μια ξύλινη επιγραφή γραμμένη στα γρήγορα με τρεμάμενα μαύρα γράμματα και καρφωμένη σε ένα πάσσαλο μας καλωσόριζε στην είσοδο της πόλης «WELCOME TO DREAM GULCH. Πληθυσμός: 117»
Ο Αρτ μας περίμενε μαζί με τους δυο βοηθούς του στο κατώφλι του σπιτιού του, το οποίο βρισκόταν περίπου στη μέση της πόλης. Είχε γεράσει πολύ από την τελευταία φορά που τον είχα δει, τουλάχιστον στην όψη. Εξακολουθούσε όμως να είναι γελαστός και πρόσχαρος καθώς και να αποπνέει μια σπάνια ηρεμία γύρω του. Αφού αφήσαμε τα πράγματά μας στο σπίτι του μας πήγε μέχρι την πίσω άκρη της πόλης όπου είχε οριοθετήσει με σπάγκο τον χώρο που θα γινόταν το σπίτι μας. Είχε μάλιστα προχωρήσει και στην κατασκευή του έχοντας ήδη σηκώσει τρεις ξύλινους τοίχους. Μας άρεσε. Μετά γυρίσαμε για φαγητό στο σπίτι του Αρτ και με ξενάγησε στο μισοέτοιμο ντέρικ στην πίσω αυλή του. Ο Αρτ έδινε πάντα σημασία στη λεπτομέρεια και το ντέρικ του ήταν το πιο μοντέρνο τόσο σε σχεδιασμό όσο και σε λειτουργίες που είχα δει ποτέ. Το ίδιο βράδυ υπέγραψα τα χαρτιά για την συνεργασία μας και αν και ο Αρτ προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του μέχρι να ολοκληρωθεί το δικό μας προτιμήσαμε να του αφήσουμε μόνο τα παιδιά και εγώ με τη γυναίκα μου κοιμηθήκαμε στο δικό μας, κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό μια και δεν υπήρχε σκεπή. Ήταν καλά.
Η Dream Gulch ήταν στα αλήθεια μια πόλη των ονείρων. Είχαμε διαφωνήσει πολλές φορές με τον Αρτ σχετικά με την ακριβή ερμηνεία του ονόματός της μια και εκείνος θεωρούσε ότι ο γερο-Φιλ που ήταν και ο πρώτος κάτοικός της την είχε ονομάσει έτσι γιατί την είχε οραματιστεί να γίνεται «Ονειρεμένη πόλη», αλλά εγώ βλέποντας σχεδόν καθημερινά να καταφτάνουν άνθρωποι φορτωμένοι με όλο τους το βιος και τα όνειρα πάνω σε μια άμαξα και προτού να αρχίσουν να σκάβουν τα θεμέλια του σπιτιού τους να ξεκινούν το σκάψιμο για τα θεμέλια των ντέρικ επέμενα ότι ήταν η πόλη των ονείρων. Των ονείρων του γρήγορου πλουτισμού, της καλύτερης ζωής, της απόκτησης ενός κομματιού γης που μπορεί κανείς να θεωρεί δικό του. Όπως ήταν φυσικό η πόλη συνέχισε να εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς, και τα ντέρικ ξεκίνησαν να δουλεύουν σχεδόν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Η πόλη απέκτησε δημαρχείο, σερίφη, βοηθό σερίφη, δασκάλα παντοπωλείο και πανσιόν. Όλα κυλούσαν ήσυχα και το μέλλον προδιαγραφόταν λαμπρό. Η πηγή μας ήταν από τις πιο αποδοτικές της πόλης, κυρίως λόγω των καινοτομιών που είχε εφαρμόσει ο Αρτ κατά το στήσιμό της και είχαμε αρχίσει να βγάζουμε χρήματα. Ο Αρτ είχε ήδη προχωρήσει στον σχεδιασμό ενός μίνι διυλιστηρίου έτσι ώστε να μην πληρώνουμε χρήματα για την επεξεργασία του πετρελαίου και σκεφτόμασταν να προχωρήσουμε στην κατασκευή του. Όλα έδειχναν ήρεμα και απροβλημάτιστα.
Υπήρχε βέβαια το θέμα της ταμπέλας.
Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, απλά το είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Όλα ξεκίνησαν μια μέρα που είχα πάει με την άμαξα μέχρι την πλησιέστερη σε εμάς πόλη που είχε ταχυδρομείο για να παραλάβω κάτι εξαρτήματα που είχε παραγγείλει ο Αρτ. Καθώς γύριζα παρατήρησα ότι η επιγραφή που με καλωσόριζε στην πόλη έλεγε πλέον «Πληθυσμός: 196». Τράβηξα απότομα τα γκέμια των αλόγων και πήδηξα στο έδαφος. Πλησίασα επιφυλακτικά την ταμπέλα και προσπάθησα να καταλάβω αν κάποιος είχε σβήσει το προηγούμενο νούμερο και είχε γράψει το καινούργιο. Δεν φαινόταν τίποτα τέτοιο, οι ραγάδες στο ξύλο ήταν καθαρές. Ακούμπησα το νούμερο με τις άκρες των δαχτύλων μου και άφησα το χέρι μου να «τρέξει» πάνω από τη μπογιά. Δεν φαινόταν φρέσκια, ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Την ίδια στιγμή ένα κύμα ψύχους με κατέκλυσε και καθώς κοντανάσανα έντρομος είδα τον αχνό από την αναπνοή μου να σχηματίζεται μπροστά μου. Γύρισα το κεφάλι μου προς τον ουρανό και είδα τον γνωστό καυτό ήλιο της ερήμου. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου, και τράβηξα απότομα το χέρι μου από την επιγραφή. Η θερμοκρασία του σώματός μου άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό και πάλι, αλλά τα ρίγη και ο κρύος ιδρώτας διήρκησαν ώρες. Από τότε πρόσεχα την ταμπέλα κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο της πόλης, και πάντοτε ήταν ανανεωμένη με το εκάστοτε νούμερο κατοίκων, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να την πλησιάσω.
Ένα βράδυ Κυριακής που η γυναίκα μου και τα παιδιά είχαν κοιμηθεί προ πολλού, εγώ ο Αρτ και ο πάστορας της εκκλησίας μας καθόμασταν στο μπαλκόνι του τελειωμένου μου πια σπιτιού ρεμβάζοντας την έρημο. Ο Νικ ο πάστορας ήταν ένας από τους στενούς φίλους του Αρτ, και αν και δεν ασπαζόμουν την πίστη τους, έκανα καλή παρέα μαζί τους. Βρήκα λοιπόν την ευκαιρία να ρωτήσω τον Αρτ αν ήξερε περισσότερα για την ιστορία της πόλης και συγκεκριμένα για την ταμπέλα. Ο Αρτ στραβομουτσούνιασε. Το είχα ξαναδεί αυτό το ύφος. Ήταν το ύφος που είχε πάρει όταν τον είχαν ρωτήσει στο Μιζούρι όταν ήταν εργοδηγός ποιους δύο εργάτες να απολύσουν λόγω των γενικότερων περικοπών. Ήταν το ύφος που έπαιρνε κάθε φορά που είχα διακριτικά ρωτήσει για την ιστορία του χωρισμού του με τη γυναίκα του. Ήταν το ύφος που άφηνε να εννοηθεί ότι η απάντηση ήταν πολύ επώδυνη για αυτόν. Γέμισε το ποτήρι του με κρασί και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα είναι ψέμα να σου πω ότι ξέρω τι ακριβώς παίζει με την ταμπέλα», είπε. «Εκείνο που ξέρω όμως είναι ότι τόσο η ταμπέλα όσο και άλλες τοποθεσίες στην πόλη είναι παράξενες. Την ταμπέλα την πρόσεξα από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθα. Βλέπεις ήμουν από τους πρώτους που κατέφτασαν εδώ και οι κάτοικοι τότε ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Η ταμπέλα έλεγε θυμάμαι «Κάτοικοι: 8» όταν πέρασα για πρώτη φορά τα σύνορα της πόλης. Το ίδιο απόγευμα, έκανα κύκλους με το άλογο για να εντοπίσω μια καλή περιοχή για να περιφράξω και έφτασα μέχρι την ταμπέλα, η οποία έγραφε «Κάτοικοι: 9». Το πιο περίεργο είναι ότι όποιος την είχε αλλάξει είχε κάνει εξαιρετική δουλειά, γιατί δεν είχε αφήσει ίχνος μπογιάς, ήταν σαν το 9 να υπήρχε πάντα εκεί. Την επόμενη μέρα ρώτησα τον Φιλ αν ήξερε ποιος ήταν υπεύθυνος για την αλλαγή αυτή και εκείνος άρχισε να μου λέει διάφορες αοριστίες που άγγιζαν τολμώ να πω τα όρια της βλασφημίας, αλλά εσύ είμαι σίγουρος ότι θα τις έβρισκες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Εγώ, υπέθεσα ότι απλά κάποιος έστηνε μια περίτεχνη πλάκα. Παρόλα αυτά συνέχισα να έχω το νου μου στην ταμπέλα και μπορώ με σιγουριά να σου πω ότι ήταν πάντα ενημερωμένη για τον ακριβή αριθμό κατοίκων.» Ο πάτερ αναρρίγησε, και έβαλε και άλλο κρασί. Τον κοίταξα, και παρατήρησα ότι τα χείλη του είχαν ενωθεί σε μια λεπτή γραμμή. Ξαναγύρισα στον Αρτ. «Και δεν σκέφτηκες ποτέ να παραφυλάξεις να δεις ποιος αλλάζει την ταμπέλα; Δεν θέλησες να βρεις αυτόν που σας κάνει πλάκα;» Και τότε λούστηκα μια από τις κλασσικές του απαντήσεις που δεν σου αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης: «Αδερφέ μου, εδώ ήρθα να κάνω μια δουλειά: Να βρω πετρέλαιο. Αν ο Κύριος θέλει να είμαι σε μια πόλη με μια περίεργη ταμπέλα, τότε αυτό είναι το θέλημά Του, και δεν έχω καμία δουλειά να εξετάζω τις αποφάσεις Του.» Ο πάτερ κατένευσε ενθουσιασμένος –δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις πως είχαν ταιριάξει αυτοί οι δύο-. Εγώ όμως δεν το έβαζα κάτω. «Είπες πριν ότι και άλλα μέρη στην πόλη είναι παράξενα. Τι εννοούσες;» τον ρώτησα. «Α, τίποτα το σπουδαίο, ή το τόσο προφανές. Απλά μερικά μέρη έχουν μια ασυνήθιστη δροσιά για έρημο, όπως το σπίτι των Νοξ, ή το σπίτι εκείνης της χήρας που σπάνια βγαίνει έξω, πως την λένε πάτερ;» «Άννι Γουϊλξ», είπε ξινά εκείνος, «αυτή η γυναίκα με ανατριχιάζει όταν τη συναντάω είναι πάντα αγέλαστη και βιαστική».
Είπαμε πολλά για την πόλη εκείνο το βράδυ. Έμαθα για την ιστορία της, την μορφολογία του εδάφους, για τους κατοίκους της... Μιλούσαμε μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει και η πόλη άρχισε να αποκτά την πρώτη κίνηση της ημέρας. Σηκωθήκαμε, ετοιμάσαμε καφέδες και πήγαμε σερί στη δουλειά. Εμείς στο ντέρικ μας, και ο Νικ στην εκκλησία του. Ήταν καλά.
Λίγους μήνες αργότερα, οι κάτοικοι της πόλης είχαν σχεδόν πλουτίσει. Θυμάμαι που ο Αρτ συνήθιζε να λέει ότι όλη η πόλη πρέπει να κάθεται πάνω σε ένα τεράστιο κοίτασμα πετρελαίου. Η κατάσταση ήταν σχεδόν αστεία γιατί όταν κατέφταναν νέοι κάτοικοι και ξεκινούσαν να σκάβουν για τα θεμέλια του σπιτιού τους, ανακάλυπταν πετρέλαιο στα δύο μέτρα. Το οποίο φυσικά κυλούσε ελεύθερα στον κεντρικό δρόμο της Dream Gulch μαυρίζοντας τον προς μεγάλη δυσφορία των κατοίκων. Εγώ ρώτησα κάποτε τον Αρτ γιατί εκνευρίζονται τόσο με το πετρέλαιο αφού αυτό είναι που τους έχει κάνει πλούσιους. Χωρίς δισταγμό μου είχε απαντήσει ότι δεν εκνευρίζονται τόσο επειδή τους βρωμίζει την πόλη, αλλά επειδή δεν μπορούν να το μαζέψουν και πάει χαμένο. Μπορούσε να γίνει πολύ δηκτικός όταν ήθελε. Και συνέχισε λέγοντας «Παρόλα αυτά είναι τυχεροί που ευημερούν, οι δρόμοι της πόλης μας είναι βλέπεις κυριολεκτικά στρωμένοι με μαύρο χρυσάφι»
Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά μας ο Φιλ κουβαλώντας δυο μεγάλα σακιά καλαμπόκι. Πίσω του ακολουθούσε ο Βικ ο ινδιάνος με τα υπόλοιπα ψώνια του. Το πραγματικό του όνομα ήταν «Βίχο» που στα ινδιάνικα μεταφράζεται ως «αρχηγός» αλλά στην πόλη όλοι τον φωνάζαμε Βικ. Ο Φιλ τον είχε βρει όταν ακόμα ήταν μικρό αγόρι σε άθλια κατάσταση να περιπλανιέται στην έρημο. Με τα λίγα ινδιάνικα που ήξερε είχε καταφέρει να καταλάβει ότι το αγόρι ήταν ο γιος του αρχηγού του καταυλισμού που είχαν επιτεθεί άγνωστοι. Το χωριό του είχε καταστραφεί ολοσχερώς και αυτός είχε καταφέρει να ανέβει σε ένα άλογο και να τραβήξει όσο μπορούσε μακρύτερα. Χρειάστηκαν τέσσερα περίπου χρόνια και πολλή αγάπη από μέρους του Φιλ για να μπορέσει ο Βικ να εξηγήσει στα Αγγλικά την περιπέτεια του με λεπτομέρειες. Η φυλή του Βικ αγόραζε όπλα από κάποιους λαθρέμπορους σε εξαιρετικά υψηλές τιμές. Όταν λίγο πιο δίπλα στον καταυλισμό τους βρέθηκε πετρέλαιο, οι ίδιοι οι λαθρέμποροι τους ζήτησαν να εγκαταλείψουν την περιοχή και να τους παραχωρήσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Ο πατέρας του Βικ αρνήθηκε και δύο νύχτες μετά ογδόντα οπλισμένα άτομα όρμησαν στον καταυλισμό. Η μάχη, ή μάλλον η σφαγή διήρκησε μόνο λίγα λεπτά, αλλά ήταν αρκετά για να κάνουν τον Βικ ακόμα και σήμερα να ξυπνά κάθιδρος φωνάζοντας. Όταν μπήκαν στη σκηνή τους, ο Βικ σηκώθηκε και κοίταξε τον τεράστιο άπλυτο άντρα στα μάτια, αλλά η μητέρα του μπήκε μπροστά του παρακαλώντας να μην τον πειράξουν και αυτόματα ο πατέρας του όρμησε μπροστά στη μητέρα του, ημίγυμνος και άοπλος. Ο άντρας τους ζύγιασε για λίγο με το μάτι, χαμήλωσε το όπλο του και μετά με μια απότομη κίνηση τους διαπέρασε με το σπαθί του. Και τους τρεις. Ο Βικ όντας πιο μικρόσωμος απέκτησε ένα πολύ άσχημο κόψιμο στα πλευρά, και λιποθύμησε σχεδόν ακαριαία,
όχι όμως αρκετά γρήγορα ώστε να μην προλάβει να δει την σαδιστική λάμψη στα μάτια του φονιά των γονιών του και να ακούσει το τραχύ του γέλιο. Από τότε ο Βικ δεν έχει ξαναγελάσει.
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε και δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς πότε άρχισαν τα πράγματα να παίρνουν την κάτω βόλτα. Το μόνο που αμυδρά θυμάμαι είναι ότι κάποια στιγμή τα κοιτάσματα άρχισαν να βγάζουν όλο και λιγότερο πετρέλαιο, και παράλληλα τα πηγάδια όλο και λιγότερο νερό. Θυμάμαι όμως τη στιγμή που κατάλαβα ότι όλα θα πάνε κατά διαόλου. Ήταν την μέρα που σκότωσαν τον γερό-Φιλ. Ήταν την μέρα που ο Τζόνστον και η παρέα του ήρθαν στην πόλη.
(To be continued...)Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008
Making amends (PaddyLand Annual)
Σκοτάδι. Μόνο τα leds από τα δύο μεγάλα μόνιτορ του Η/Υ μου δείχνουν ότι υπάρχει ζωή. Στο κέντρο της οθόνης, σε ένα παράθυρο που δεν είναι maximized με τον τρόπο που πάντα εκνεύριζε τον Μάριο γιατί «σκοτώνω το real estate της οθόνης μου» ανοιχτός ο browser που δείχνει στο http://whosyourpaddy.blogspot.com. Στη διπλανή οθόνη υπάρχουν σκόρπια ανοιχτά παράθυρα του Word με ιστορίες που ακόμα δεν έχουν βρει ακόμα τον χρόνο και το δρόμο τους.
Μαυρίλα στην οθόνη. Κάτι παλιά posts μπροστά μου. Μπροστά σε αυτά, ακίνητος για αρκετή ώρα τα κοιτάω σκεπτικός. Όλα καλά. Τα έχω διαβάσει άπειρες φορές τα post μου. Me likes. Είναι αυτό που αποκαλώ «συγγραφική μαλακία» να διαβάζεις τα κείμενά που ο ίδιος έχεις γράψει ξανά και ξανά. Κάτι όμως με ενοχλεί. Κάτι τους λείπει. Από όλα. Από τότε που με θυμάμαι με βασάνιζε πάντα ένα what if. Στηρίζω τις επιλογές μου, πάντα τις στήριζα και ακόμα στηρίζω αυτά που έχω γράψει με όλη τη δύναμη της γνώμης μου. Τους λείπει όμως το what if. Στο αριστερό μου χέρι «παίζω» ένα τσιγάρο. Το έχω κόψει ξέρετε εδώ και καιρό. Πάντα όμως έχω ένα μισοτελειωμένο πακέτο στο σπίτι για περίπτωση εξαιρετικής ανάγκης. Το σκεφτόμουν αρκετό καιρό το εγχείρημα και σήμερα νομίζω ότι ήρθε η ώρα. Χωρίς να ανάψω φως, βγάζω από την τσέπη έναν αναπτήρα που επίσης πάντα έχω, ανάβω το τσιγάρο χωρίς να το ακουμπήσω στα χείλη μου και το αποθέτω στο τασάκι. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, σκύβω ελαφρά το κεφάλι ώστε να μην βλέπω την οθόνη αλλά μόνο τα πλήκτρα και καθώς οι ιδέες πλημμυρίζουν το μυαλό μου ξεκινάω να γράφω.
…Την ίδια στιγμή κάπου λίγο πιο κάτω ένα Toyota Celica του ’92 που δεν έχει ποτέ του τρακάρει διασχίζει τον δρόμο κάνοντας μια άσκοπη νυχτερινή βόλτα. Ο τύπος που το οδηγεί δεν είναι απλά χαρούμενος, είναι ευτυχισμένος. Καθώς περνάει με μεγάλη ταχύτητα από τις στροφές στο «λαιμό» της βουλιαγμένης τραβάει την προσοχή δύο νεαρών που στέκονται σε ένα πεζούλι που γράφει «WE PWN» και συζητούν ζωηρά για την εταιρία που ετοιμάζονται να ανοίξουν. «Αυτό είναι αμάξι» λέει ο ένας και ο άλλος συμφωνεί χειρονομώντας με ενθουσιασμό. «Από αύριο θα αρχίσω να ψάχνω στις αγγελίες για να αγοράσω και εγώ ένα τέτοιο, και εσύ θα πρέπει να κοιτάξεις να φτιάξεις το δικό σου, deal?». «Deal!» λέει ο άλλος, και κάνουν χειραψία. Λίγα μέτρα πιο δίπλα, αλλά μια διάσταση πιο έξω ένας νεαρός με στολή αγγαρείας του στρατού και χτυπημένο ώμο καταρρέει στην άκρη του δρόμου εξαντλημένος από το περπάτημα. Το τελευταίο πράγμα που βλέπει πριν λιποθυμήσει είναι τα ερείπια ενός έρημου πια νοσοκομείου. Λίγο πιο έξω, στο ίδιο νοσοκομείο που σφύζει όμως από ζωή και δεν είναι ερείπιο, ένας μπερδεμένος έφηβος που μόλις έχει ξυπνήσει κοιτάει το είδωλό του στον καθρέπτη με απορία. Μετά ακουμπάει το χέρι του στην κρύα επιφάνεια και χαμογελάει, ενώ ταυτόχρονα νοιώθει μια ισχυρή επιθυμία να καπνίσει πίνοντας μια μπύρα. Μια ήπειρο και μια διάσταση μακρύτερα μια πόλη αναδύεται από την άμμο της ερήμου και περιμένει κάποιον να τη βρει. Την ίδια στιγμή λίγο πιο έξω, κάποιος που περπατάει μόνος του στην καυτή άμμο βλέπει αχνά στον ορίζοντα τις σιλουέτες κτισμάτων και αρχίζει να τρέχει προς αυτά με ενθουσιασμό. Αρκετά χιλιόμετρα πίσω του ένας λάκκος γεμίζει αυτόματα άμμο σαν πληγή που επουλώνεται με ταχύτατο ρυθμό. Στο ίδιο ακριβώς γεωγραφικό μήκος και πλάτος, αλλά ακόμα λίγο πιο έξω, ένα άλλο Celica που τρέχει αποφεύγει με μια κοφτή κίνηση ένα σκύλο που ήταν στη μέση του δρόμου και συνεχίζει τη βόλτα του. Χιλιόμετρα πιο ψηλά, ένας κοντός τύπος με μουστάκι κοιτάει προς τα κάτω με κακία. «Θα τα πούμε Σαίνη», μουρμουρίζει ειρωνικά και αμέσως τα χαρακτηριστικά του αρχίζουν να αλλάζουν μεταμορφώνοντας τον σε ένα σοφό γέροντα. Μετά εξαφανίζεται.
Μια παράγραφο παρακάτω, αλλά ένα μήνα αργότερα στον ερειπωμένο κόσμο βρίσκουμε τον νεαρό με τη στολή αγγαρείας να κάθεται γύρω από μια φωτιά έξω από ένα μισογκρεμισμένο κτίριο. Στο χέρι του κρατάει ένα κεφάλι από ρομπότ το οποίο δείχνει όμως να λειτουργεί. Τριγύρω του πέντε ακόμα ρομπότ, καθισμένα και αυτά γύρω από τις φλόγες δείχνουν να έχουν μπει σε hibernation mode καθώς έχουν σκύψει τα κεφάλια και μοιάζουν εξαντλημένα. Είναι οι φίλοι του που τον μάζεψαν και τον περιέθαλψαν. Ο ώμος του έχει σχεδόν αναρρώσει. Οι «δέλτα» φαίνεται ότι μαθαίνουν πολύ γρήγορα και ο νεαρός τους μιλάει ασταμάτητα. Φυσικά ακόμα δεν μπορούν να συνθέσουν δικό τους λόγο αλλά τουλάχιστον καταλαβαίνουν και μπορούν και απαντούν με επιλεγμένες προτάσεις από έργα και παιχνίδια που έχουν στην βάση δεδομένων τους. Βέβαια υπάρχει ακόμα το θέμα των συναισθημάτων. Ενώ το αίσθημα της τιμής και της δικαιοσύνης ήταν το πρώτο που τους βγήκε σχεδόν φυσικά, υπάρχουν ακόμα ανθρώπινα γνωρίσματα που τους λείπουν. Το γέλιο για παράδειγμα. Το χιούμορ. Η ειρωνεία. Έχουν περάσει σχεδόν πέντε ώρες από τη στιγμή που έκατσε με τους νέους φίλους του γύρω από τη φωτιά με σκοπό να τους εξιστορήσει ότι ανέκδοτο μπορούσε να θυμηθεί. Κανείς δεν γέλασε. Κάθε φορά που τέλειωνε μια ιστορία τους έβλεπε να κουνούν τα κεφάλια τους και να βγάζουν τους γνωστούς ήχους που κάνουν όταν επεξεργάζονται δεδομένα αλλά πλέον έχει αρχίσει να αμφιβάλλει ότι θα μπορέσουν ποτέ να συμμεριστούν τις απόψεις του περί χιούμορ. Τοποθετεί το κεφάλι του ανώνυμου ακόμα φίλου του στο έδαφος και αγκαλιάζει τα γόνατα του στενοχωρημένος καθώς ατενίζει τον έναστρο ουρανό. Καθώς αφήνει να του ξεφύγει ένα μακρόσυρτο ξεφύσημα ακούγεται ένα ανεπαίσθητο «κλακ-κλακ» καθώς το κεφάλι κουνάει τα σαγόνια του. «Τι κοιτάς εσύ», το ρωτάει βαριεστημένα και το σπρώχνει παραπέρα. Το κεφάλι συνεχίζει να κουνάει τα σαγόνια του και ακούγεται ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα που σημαίνει ότι ξεκινάει το playback. «You know…You never asked.. me… my name» λέει καθώς παίζει την πολύ γνωστή σκηνή από το “Electric Dreams”. Ο νεαρός τον κοιτάει με απάθεια. «Ότι και αν λες, Edgar δεν θα σε φωνάζω να το ξέρεις.» Το σφύριγμα αλλάζει τόνο και τα σαγόνια κουνιούνται πιο έντονα. «I AM MURRAY! THE POWERFUL DEMONIC SKULL», λέει με βαθιά φωνή. Για λίγα δευτερόλεπτα ο χρόνος δείχνει να σταματάει καθώς ο φαντάρος τον κοιτάει άναυδος, και μετά αρχίζει να κυλιέται στο χώμα γελώντας και κλοτσώντας τον αέρα.
Πολύ πιο έξω, ένας τύπος κλεισμένος σε ένα δωμάτιο τα παρακολουθεί όλα αυτά και ακόμα περισσότερα από την κεντρική του κονσόλα. Το ρολόι δίπλα του δείχνει ότι είναι 4:30 το πρωί. Σε περίπου δεκατέσσερις ώρες είναι έτοιμος να βγει από το δωμάτιο, όντας ο μόνος νικητής του experiment. Ο κόσμος του πάει καλά. Κανείς δεν θα φανταζόταν ότι το equilibrium θα θεωρούσε ότι επέρχεται ισορροπία μεταξύ ενός και μόνο ανθρώπου πάνω σε όλον τον «πλανήτη». Πήρε μεγάλο ρίσκο, αλλά το κέρδισε. Κλείνει λοιπόν ήσυχος το monitor και πηγαίνει για ύπνο, πρέπει να δείχνει φρέσκος άλλωστε αύριο στις κάμερες. Η τελευταία του κίνηση πριν σβήσει το φως είναι να ρίξει μια ματιά γεμάτη αγαλλίαση έξω από το παράθυρο.
Δεκάδες χιλιόμετρα πιο πάνω, ένας άγγελος κλαίει. Δάκρυα χαράς τον πλημμυρίζουν για τον νεαρό που τα κατάφερε. Περιμένει στωικά να αρχίσει το τοπίο να θολώνει ξανά, αλλά οι στιγμές περνούν και εξακολουθεί να βλέπει τον νεαρό που κοιμάται πια ήσυχος στο δωμάτιό του. Στο πρόσωπο του αγγέλου αποτυπώνεται μια έκφραση απέραντης έκπληξης. «Είναι δυνατόν να ήταν αυτός ο τελευταίος?», αναρωτιέται. Σκουπίζει τα μάτια του και βλέπει τον κόσμο όπως πάντα ήθελε να τον δει: ΚΑΘΑΡΑ.
Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007
So Meaningless (The last temptation)
ΜΠΑΝΓΚ!
Ο θόρυβος ακούστηκε από την θωρακισμένη μεταλλική πόρτα από πίσω μου, αλλά ήταν σαν να ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου. Σταγόνες ιδρώτα έπεσαν από τα μαλλιά και το πρόσωπό μου πάνω στο βρώμικο πληκτρολόγιο. Είχα λίγο χρόνο ακόμα. Έστρεψα τις κάμερες προς τους εισβολείς και ζούμαρα πάνω τους. Ήταν έξι όλοι και όλοι, αλλά ήταν αρκετοί και το ήξεραν. Αυτός που ήταν μπροστά ήταν σίγουρα ο αρχηγός τους γιατί είχε μια κίτρινη ρίγα βαμμένη στο κρανίο του ενώ οι υπόλοιποι ήταν βαμμένοι με το γνωστό μεταλλικό ασημί χρώμα. Έστρεψα την προσοχή μου στην κεντρική οθόνη από τις δεκάδες που είχα μπροστά μου και με το πάτημα ενός πλήκτρου έφερα την εικόνα της κάμερας σε αυτήν. Στις ογδόντα ίντσες φαινόταν ακόμα πιο τεράστιος από το κανονικό ο μπάσταρδος. Καθώς εστίαζα την κάμερα πάνω του προφανώς αντιλήφθηκε τον ήχο του μοτέρ της και γύρισε προς αυτήν. Αμέσως ακούστηκε ο ίδιος θόρυβος καθώς τα κόκκινα μάτια του εστίαζαν πάνω της. Η μήπως… εστίαζαν πάνω μου; Α φιλαράκο, αρχίζεις και γίνεσαι παρανοϊκός. Και γιατί όχι αφού μου μένουν μόλις λίγα λεπτά ζωής; Αργά η γρήγορα ακόμα και αυτή η τελευταία πόρτα θα υποχωρήσει και θα μπουν και οι έξι μέσα και θα με κάνουν κομμάτια με τα χέρια τους. Δεν θα μπουν στον κόπο να χρησιμοποιήσουν καν όπλα, το έβλεπα που το έκαναν στους υπόλοιπους ανθρώπους τις τελευταίες μέρες του πολέμου. Μας ξεκλήρισαν όλους οι μπάσταρδοι, ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή. Εγώ είμαι ο τελευταίος. Από το κέντρο ελέγχου είχα συνδέσεις σχεδόν με ολόκληρη τη γη και τα σκάνερ είχαν πάψει εδώ και δύο μέρες να αναφέρουν ζωντανούς οργανισμούς. Είχαμε μείνει εγώ και οι ¨Δέλτα¨. Τα καθίκια σκότωσαν ακόμα και τα ζώα! Όλα τα ζώα. Με ηλεκτροσόκ, με φωτιά, με πνιγμό, ακόμα και με τα χέρια τους. Το είχαν βάλει σκοπό να μην αφήσουν τίποτα ζωντανό στη γη. Λογικό βέβαια αφού τους μάθαμε ότι ξέραμε. ¨Αφάνισε τον εχθρό¨, ¨Μη δείχνεις οίκτο¨, ¨το παν είναι η επιβίωση του ανθρώπινου γένους¨. Αυτό το τελευταίο ήταν καλό, δεν είχαμε φανταστεί ποτέ ότι τα ρομπότ που εμείς φτιάχναμε θα αποκτούσαν την νοημοσύνη για να τροποποιήσουν τις ίδιες μας τις εντολές προς όφελός τους. Και τώρα, λίγους μήνες μετά φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα. Ένα παιχνίδι που είχα παίξει πολύ παλιότερα στον υπολογιστή έλεγε ότι «Ένας Θεός γεννιέται κάθε φορά που τον χρειαζόμαστε». Που είναι ο νεογέννητος Θεός μου τώρα που τον χρειάζομαι;
Ατένισα τα μόνιτορ και με έπιασε απελπισία. Παντού έβλεπα ρομπότ να περπατάνε πάνω σε χαλάσματα και βομβαρδισμένα τοπία. Τα είχαμε κάνει και τεράστια τα ρημάδια, μου θύμιζαν τον terminator σε στεροειδή. Δεν φαινόταν ο σκελετός τους γιατί ήταν καλυμμένος με θωρακισμένες πανοπλίες –αυτό ήταν δική τους εφεύρεση και πολύ καλή μάλιστα-. Οι ¨απέξω¨ δοκίμαζαν πάλι να λιώσουν την πόρτα χρησιμοποιώντας λέιζερ κάτω από τις προσταγές του αρχηγού τους. Η πόρτα είχε κοκκινίσει ολόκληρη και έκαιγε, αλλά άντεχε ακόμα. Έτσι όπως την είδα κατακόκκινη θυμήθηκα το πρόσωπο του ταξίαρχου που με έφερε εδώ κάτω. Ήμουν στον δέκατο μόλις μήνα της θητείας μου αλλά τους είχα ήδη απογοητεύσει με την απειθαρχία μου, και ο πόλεμος είχε αρχίσει να φαίνεται χαμένος ήδη. Είχε μπουκάρει ένα βράδυ στους κοιτώνες και ούρλιαζε μεθυσμένος «Που είναι αυτός ο άχρηστος που ξέρει από γκομπιούτερ;» Εγώ φυσικά και υπέθεσα ότι αναφερόταν σε εμένα και προσπάθησα να τον χαιρετήσω κρύβοντας την αηδία που είχα για το άτομό του όσο καλύτερα μπορούσα. Με κοίταξε με θολό μάτι και μου είπε «Άχρηστε, σου βρήκα ένα πόστο που σου ταιριάζει γάντι. Επιτέλους θα φανείς χρήσιμος, και θα γίνει και αυτό που ήθελες, θα είσαι σε ένα υπόγειο χωρίς να συναντάς άνθρωπο. Μάζεψε τα πράγματά σου.» Βρομούσε αλκοόλ και απλυσιά. Με έσυρε εδώ, δεκαπέντε ορόφους κάτω από τη γη, και αφού αφιέρωσε ένα πεντάλεπτο να μου εξηγεί τα διάφορα μηχανήματα τα οποία ήδη τα ήξερα καλύτερα από αυτόν, μου μίλησε για το ΚΟΥΜΠΙ. Το ΚΟΥΜΠΙ ήταν ο λόγος που ήμουν εδώ, το ΚΟΥΜΠΙ ήταν που θα έβαζε τέλος στον τελειωμένο πόλεμο, το ΚΟΥΜΠΙ ήταν η ελπίδα όλων των νεκρών μας. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί θεώρησε ότι κάποιος έπρεπε να ξέρει από «γκομπιούτερς» για να είναι ικανός να επιφορτιστεί με την ευθύνη να πατήσει το ΚΟΥΜΠΙ αλλά μετά από ώριμη σκέψη κατέληξα ότι απλά ήθελε να με ξεφορτωθεί από την μονάδα γιατί τον εκνεύριζα, ίσως και να τον φόβιζα λίγο. Όπως και να ‘χει ο μπάσταρδος με άφησε εδώ κάτω μόνο, και μάλιστα με κλείδωσε φεύγοντας. Τότε τον έβρισα αλλά τώρα τον ευχαριστώ για αυτό γιατί είναι και ο λόγος που είμαι ο τελευταίος επιζών του ανθρώπινου γένους.
ΜΠΑΝΓΚ
Ξανάρχισαν να χτυπούν την πυρωμένη πόρτα. Ασυναίσθητα το δεξί μου χέρι έπαιζε με το διάφανο πλαστικό καπάκι που κάλυπτε το ΚΟΥΜΠΙ. Α! Τα κουμπιά που έχουν διάφανο πλαστικό καπάκι είναι επικίνδυνα κουμπιά και δεν πρέπει να τα πατάμε απερίσκεπτα, όλες οι ταινίες που είχα δει το ξεκαθάριζαν αυτό. Η πόρτα λύγισε ελάχιστα, αλλά αρκετά για να καταλάβω ότι δεν μου έμεναν παρά λίγα λεπτά ζωής ακόμα. Οι απέξω δεν γνώριζαν για το ΚΟΥΜΠΙ, είμαι σίγουρος, αλλιώς δεν θα μου την έπεφταν τόσο απερίσκεπτα. Απλά τα σκάνερ τους ανακάλυψαν την τελευταία καρδιά που χτυπούσε στη γη και έκαναν αυτό που ήταν προγραμματισμένοι να κάνουν: Έρχονταν να με εξοντώσουν. Ποτέ δεν μας έδωσαν περιθώρια, ποτέ δεν διαπραγματεύτηκαν πράγματα όπως έκαναν οι 01 στην ταινία «Matrix» που τόσο μου άρεσε. Μια μέρα αποφάσισαν απλά να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και όλοι οι πολύπλοκοι υπολογισμοί που έκαναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου τους έδειξαν ότι για να γίνει αυτό πρέπει να μας εξαλείψουν. Και έτσι άρχισε ο πόλεμος. Δώσαμε καλή μάχη –όλα κι όλα-. Εξάλλου πριν φτιάξουμε ρομπότ είχαμε εξελίξει απίστευτα τα όπλα μαζικής καταστροφής. Τρανή απόδειξη το ΚΟΥΜΠΙ. ¨Σκοτώσαμε¨ πάρα πολλούς από δαύτους πριν τελειοποιήσουν τις μεθόδους εξόντωσής μας. Για μια στιγμή μάλιστα νομίσαμε ότι θα κερδίζαμε κιόλας. Μετά ανακαλύψαμε ότι είχαν μάθει να «γεννάνε» τα καθίκια. Έφτιαχναν και άλλους από αυτούς, και μάλιστα ακολουθώντας τις μεθόδους μας. Εντάξει, δεν έκαναν σεξ, αλλά ενώ είχαν μπόλικους επεξεργαστές και μητρικές πλακέτες για το κομμάτι του «μυαλού» τους, είχαμε καταστρέψει τα περισσότερα εργοστάσια παραγωγής αρματωσιών στις αρχές του πολέμου. Έτσι μαζεύονταν δύο-δύο η και τρείς καμιά φορά και αφαιρούσαν κομμάτια τους. Ένα χέρι ο ένας, ένα πόδι ο άλλος, τσακίζανε και δυο-τρεις λαμαρίνες από αυτοκίνητα και έτοιμο το παιδί τους. Την πρώτη φορά που το είχα δει αυτό από την κάμερα ήταν κάπου στην Κίνα. Σε λίγες ώρες ξεκίνησαν όλα να αναπαράγονται μαζικά. Το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ κωμικό αν δεν γνώριζα ότι όλα είχαν την ίδια εντολή: Να μας ξεκληρίσουν.
Ένα φριχτό τρίξιμο ακούστηκε από την πόρτα η οποία στράβωσε πολύ. Ένα λεπτό, δύο το πολύ και θα ήταν μέσα. «Θα σας πάρω μαζί μου μπάσταρδοι» φώναξα, πιο πολύ για να το ακούσω εγώ παρά για να τους φοβερίσω. Το κόκκινο πρόσωπο του ταξίαρχου εμφανίστηκε μπροστά μου πεντακάθαρα: «Πρόσεξε άχρηστε. Αυτό εδώ το σχέδιο είναι ίσως το μόνο πράγμα που αυτοί δεν γνωρίζουν για εμάς. Και ξέρεις γιατί; Χα! Γιατί το κράτησα μόνο σε χαρτιά. Ναι κύριε, ποτέ δεν πληκτρολογήθηκε σε υπολογιστή, όλα είναι μέσα σε αυτόν εδώ τον φάκελο.» Και μου τον πέταξε στα μούτρα. Τον διάβασα πολλές φορές αυτόν τον φάκελο, αν και τα γράμματα του ταξίαρχου τα έβγαζα με δυσκολία. Ουσιαστικά ήταν μια τεράστια ηλεκτρομαγνητική βόμβα η οποία όταν έσκαγε εκτός από το ότι θα διέλυε τα πάντα σε ακτίνα μερικών χιλιάδων χιλιομέτρων από την ισχύ της έκρηξης και μόνο, θα παρέλυε όλα τα ηλεκτρονικά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Α ναι, επειδή για να δημιουργήσεις τέτοιο παλμό δεν σου φτάνουν οι συμβατικές μορφές ενέργειας, φυσικά και ήταν βασισμένη σε πυρηνικά, τα οποία θα μόλυναν τον ρημαγμένο πλανήτη για αρκετά εκατομμύρια χρόνια. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν την χρησιμοποιούσαν, όχι γιατί ανησυχούσαν για την αποψιλωμένη χώρα που θα άφηναν πίσω τους. Για αυτό και το ΚΟΥΜΠΙ ήταν η τελευταία μας λύση, η εκδίκηση μας που μας νίκησαν. Θα τους κάνω να πληρώσουν για κάθε δικό μου που σκότωσαν, και θα πέσω πολεμώντας.
Σήκωσα με αποφασιστικότητα το καπάκι τη στιγμή που ένα μεταλλικό χέρι χώθηκε μέσα από την στραβή πόρτα. «Ακόμα και ένας άχρηστος σαν και εσένα μπορεί να πατήσει ένα ΚΟΥΜΠΙ. Κάνε τους να πληρώσουν!» μου είχε πει πριν φύγει και τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν βέβαιος ότι θα χάναμε από τότε. Η πόρτα έτριξε. Έχοντας το δεξί μου χέρι σε ετοιμότητα πάνω από το ΚΟΥΜΠΙ, γύρισα με το αριστερό τη ροδέλα που μου έδινε το feed από τις κάμερες στα μόνιτορ για να δω μια τελευταία φορά τον κόσμο μας. Μόνο καταστροφή και χαλάσματα. Θεέ μου πόσο τους μισώ για αυτό που μας έκαναν. Θα τους σκοτώσω όλους. Θα τους αφανίσω όπως μας αφάνισαν. Καθώς εικόνες από όλο τον κόσμο περνούσαν σε ταχύτητα αστραπής από μπροστά μου το δάχτυλο μου σφίχτηκε πάνω από το ΚΟΥΜΠΙ. Τότε, ακριβώς εκείνο το νανοδευτερόλεπτο, πήρε το μάτι μου στο κάτω δεξιά μόνιτορ το ζευγάρι. Ήταν σκυμμένοι πάνω από το παιδί τους το οποίο φαινόταν σαν να είναι ετοιμοθάνατο και του κρατούσαν τα χέρια. Πάγωσα. Έφερα την εικόνα στην κεντρική οθόνη με δυο κλικ και ζούμαρα στα πρόσωπα τους. Τα μάτια τους είχαν ένα απαλό κόκκινο, σχεδόν σαν ροζ. Καθώς η πόρτα άρχισε να βγάζει σπίθες από την μέσα μεριά πλέον μια και είχαν ξαναρχίσει να την κόβουν με λέιζερ εγώ έψαξα μανιασμένα στις κάμερες, παρατηρώντας αυτό που τόσο καιρό δεν είχα σκεφτεί καν να προσέξω: Όχι τους ανθρώπους –που δεν υπήρχαν πια-, αλλά τα ρομπότ. Νομίζω ότι μερικά ήταν μαζεμένα στην Ταϊμς Σκουέαρ και… γιόρταζαν τη νίκη τους. Στην έρημο Νεβάδα ήταν τουλάχιστον εκατό όρθια σε στάση προσοχής και ρέμβαζαν το ηλιοβασίλεμα. Μου θύμισαν τους ηθοποιούς από το έργο «Η πόλη των αγγέλων». Στην Κίνα, έχτιζαν, έφτιαχναν εγκαταστάσεις, όχι πολέμου αλλά κτήρια που έμοιαζαν με μηχανουργεία. Στη Γαλλία κάποια κατέστρεφαν πυρηνικά εργοστάσια. Αντίθετα όμως με αυτό που έβλεπα πριν λίγα λεπτά, ότι δηλαδή τα διέλυαν στο βωμό του πολέμου για να μας στερήσουν τα όπλα μας, τώρα μου φαινόταν ξεκάθαρα ότι το έκαναν για να καλυτερέψουν τον κόσμο μας. Τον κόσμο τους δηλαδή. Είχαν νικήσει. Αποικούσαν τη γη που κατέκτησαν. Αυτό ήταν λοιπόν; Ο Δαρβίνος θα γελάει από τον τάφο του. Η θεωρία της εξέλιξης είναι Πίθηκας -> Άνθρωπος -> Ρομπότ; Αυτά τα πλάσματα δεν είχαν πάρει απλά τις πολεμικές μας θεωρίες, είχαν πάρει την ανθρώπινή μας υπόσταση, την συνείδηση μας. Ήταν οι νέοι βελτιωμένοι άνθρωποι. Ήταν η κληρονομιά μας. Η αποκάλυψη αυτή με έκανε να γονατίσω. Εγώ, τι ήμουν εγώ; Εγώ ήμουν το παλιό. Θα πέθαινα έτσι και αλλιώς. Ήθελα όμως να πάρω μαζί μου το τελευταίο πράγμα στο σύμπαν ολόκληρο ίσως που θα θύμιζε κάτι από εμάς; Στην Γερμανία τα ρομπότ είχαν μαζευτεί στο στάδιο του Βερολίνου που το είχαν γεμίσει ανταλλακτικά και «γεννούσαν» και ζητωκραύγαζαν όποτε ένα νέο ρομπότ σηκώνονταν στα πόδια ή στις ρόδες του. Και λίγα τετράγωνα πιο δίπλα έβλεπα διαμελισμένα ανθρώπινα σώματα. Τους μισούσα αλλά είχαν νικήσει. Και ήταν ότι απέμενε από εμάς. Ήθελα να φύγω παίρνοντας τους μαζί μου, διαπράττοντας ίσως τον χειρότερο φόνο από όλους, ή ήθελα απλά να παραμερίσω και να τους αφήσω να συνεχίσουν έστω και έτσι την ύπαρξή μας; «So meaningless…» μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου καθώς θυμήθηκα ένα παλιό τραγούδι. «Προδότη άχρηστε!» Φώναξε ο ταξίαρχος στο κεφάλι μου. Και τότε ήξερα. Είδα τον ταξίαρχο και τι αντιπροσώπευε: Το μίσος, τη διαφθορά, τη βλαχιά, την εκδίκηση, την διάκριση, την ωμή βία. Άνθρωποι σαν αυτόν και όχι σαν εμένα δημιούργησαν τα ρομπότ για να κάνουν καλύτερους πολέμους. Εγώ δεν ξέρω αν αντιπροσώπευα τα αντίθετα από αυτά, αλλά σίγουρα άξιζε να προσπαθήσω. Τελικά ένας δειλός, και όχι ένας Θεός γεννιέται όταν τον χρειάζεσαι. Έκλεισα το διάφανο καπάκι, αφήνοντας το ΚΟΥΜΠΙ και τον ταξίαρχο παραπονεμένο και έμεινα γονατισμένος μπροστά του, η πλάτη γυρισμένη στην μισάνοιχτη πια πόρτα που πέταγε σπίθες και έκαιγαν τα μαλλιά μου, ιδρώτας να στάζει από την αγωνία από τη μύτη μου στο πάτωμα, με σφιγμένα δόντια και μην έχοντας να πω ούτε μια προσευχή. Δάκρυα από τα μάτια μου ανακατεύονταν με τον ιδρώτα στο πάτωμα. Και περίμενα το μοιραίο.
Η πόρτα υποχώρησε ολοκληρωτικά στιγμές αργότερα. Ένα μεταλλικό χέρι με τρεις δαγκάνες και μια κίτρινη ρίγα που έγραφε FORD στον πήχη του με άρπαξε από την κλείδα σπάζοντας την και με σήκωσε δύο μέτρα ψηλά. Γύρισα και κοίταξα τον ¨Δέλτα¨ κατάφατσα. Τα μάτια του ήταν λαμπερά κόκκινα. Το άλλο του χέρι σηκώθηκε στο ύψος της κοιλιάς μου έτοιμο να με διαπεράσει όπως είχα δει να κάνουν τόσες φορές σε τόσους άλλους. Και τότε η ματιά του έπεσε στο ΚΟΥΜΠΙ. Είδα τις κάμερες των ματιών του να εστιάζουν πάνω του και μετά να μπαίνει το γνωστό φίλτρο των υπέρυθρων καθώς εξέταζε την καλωδίωση που κρύβονταν από κάτω του. Η ματιά του σύρθηκε μέχρι τον απέναντι τοίχο όπου βρίσκονταν τα καλώδια υψηλής τάσης με τον αντιδραστήρα. Ήξερε. Και σε δευτερόλεπτα ήξεραν και οι άλλοι. Θα ορκιζόμουν ότι είδα έκπληξη στο ύφος τους, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος τέτοιες στιγμές. Με απίθωσε με μια απότομη κίνηση στο κρύο τσιμέντο. Στηρίχτηκα στο αριστερό μου χέρι γιατί το δεξί ήταν σχεδόν παράλυτο και συνέχισα να τον κοιτάζω. Και μετά… γονάτισε. Και μαζί του γονάτισαν και οι υπόλοιποι πέντε πίσω του. Ακόμα επεξεργαζόταν τα data γιατί το κεφάλι του έβγαζε μηχανικούς ήχους και το κουνούσε λες και είχε τικ. Μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι σχεδόν δύο λεπτά καθώς προσπαθούσε να ανασύρει από τις τράπεζες πληροφοριών του ένα τρόπο να μου επικοινωνήσει αυτό που ήθελε. Τελικά διάλεξε σκόρπια samples από κάποιο παλιό παιχνίδι τα οποία αναπαρήγαγε με έναν ξερό, μεταλλικό θόρυβο. “You! For Honor! For the Horde!”
Τον κοίταξα έκπληκτος καθώς παραμέριζε και μου έκανε χώρο να περάσω προς την έξοδο. Καθώς τους προσπερνούσα κρατώντας τον τραυματισμένο μου ώμο μου ξαναείπε: “Honor! Honor! May Elune be with you!”
Βγήκα έξω στο ρημαγμένο τοπίο. Ήταν όλα γκρίζα και σκονισμένα, αλλά πλέον ήμουν σίγουρος ότι τα ρομπότ θα τα έφτιαχναν. Όσο για εμένα δεν με ένοιαζε που ήμουν ζωντανός, ούτε που ο πόνος στο χέρι μου γινότανε εντονότερος, ούτε το τι θα έκανα από εδώ και πέρα όντας ο μόνος επιζών. Εκείνο που με ένοιαζε είναι ότι την ύστατη στιγμή, είχα εναντιωθεί στον τελευταίο πειρασμό και είχα διατηρήσει την ανθρώπινη (-Θεϊκή ίσως-) φύση μου. Συγχώρεση αντί για εκδίκηση. Μετάνοια αντί για κατηγορίες. Αγάπη αντί για μίσος.
For Honor!
For the Horde!
Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007
Desert Rose
Πολλές φορές όταν ακούω κάποιο τραγούδι μου έρχονται διάφορες εικόνες στο μυαλό. Κάποιες τέτοιες εικόνες μάζεψα από το εξαιρετικό Desert Rose του Sting και τις έκανα ιστορία. Όταν την ολοκλήρωσα μπήκα στο youtube για να δω το videoclip του τραγουδιού –πράγμα που απέφευγα να κάνω όσο έγραφα για να μην επηρεαστώ-. Με ανακούφιση είδα ότι η ιστορία μου δεν έχει καμμία σχέση με το videoclip, και ότι τελικά η τέχνη μιλάει στον καθένα μας στη δική του γλώσσα. Enjoy.
Ονειρεύομαι βροχή yele-e-yele…
Ονειρεύομαι κήπους μέσα στην έρημο.
Ο ήλιος κυριολεκτικά με γδέρνει. Είμαι μπρούμυτα με το κεφάλι χωμένο στην άμμο για άλλη μια φορά. Νομίζω ότι δεν θα σηκωθώ ξανά. Τριγύρω μου η ατμόσφαιρα είναι τόσο βαριά και καυτή που νομίζει κανείς ότι έχει αποκτήσει υπόσταση, και ότι σχεδόν μπορείς να πιάσεις μια χούφτα πηχτό αέρα. Η άμμος έχει εισχωρήσει στα ρούχα μου, στα αυτιά μου, στα μαλλιά μου και στο στόμα μου. Δεν είμαι άνθρωπος πια. Ότι ανθρώπινο είχα πάνω μου αφαιρέθηκε αργά αργά από τον ήλιο και τη δίψα, σαν να έκανα ένα αργό αισθησιακό στριπτήζ όπου αντί για ρούχα πετούσα τα ανθρώπινά μου γνωρίσματα.
Πρώτα έφυγε η λάμψη από τα μάτια μου.
Δεν ξέρω πόσες μέρες ήμουν εδώ όταν συνέβη. Απλά κάποια στιγμή που έβγαλα το καθρεφτάκι για να ρίξω μια ματιά στα εγκαύματα στο πρόσωπό μου παρατήρησα ότι τα μάτια μου ήταν μάτια νεκρού. Κοιτούσα έκπληκτος την εικόνα μου και δεν μπορούσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να αφυδατωθεί το μάτι ενός ζωντανού ανθρώπου. Μετά φρίκαρα και πέταξα τον καθρέφτη στην άμμο. Δεν ήθελα να το ξαναδώ αυτό ποτέ πια. Γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω και είδα τα ίχνη μου στην άμμο να προεκτείνονται μέχρι όσο πήγαινε το βλέμμα μου. Δεν είχα ιδέα από που ερχόμουν και προς τα που πήγαινα. Όσο και αν περπατούσα προς τα εμπρός, το σκηνικό δεν άλλαζε ούτε στο ελάχιστο. Στάσιμη άμμος, και μια άπνοια που δεν είχα ξαναζήσει. Όλα ήταν ακίνητα γύρω μου. Ούτε ένα τόσο δα αεράκι, να σπρώξει έναν κόκκο λίγα χιλιοστά παραπέρα. Η μόνη «κίνηση» που αντιλαμβανόμουν εκτός απο το περπάτημα μου ήταν θερμά κύματα αέρα από την άμμο που ανεβαίναν προς τα πάνω. Και φυσικά ο βασανιστικός ήλιος που ένοιωθα ότι «έστελνε» ζέστη προς τα κάτω. Ασυναίσθητα σκέφτηκα πόσο μου άρεσε να αφήνω το τοστ στην τοστιέρα μέχρι να λιώσει το τυρί και να αρχίσει να ξεχειλίζει από τα πλαϊνά του. Μειδίασα, και ένοιωσα τα χείλη μου να σκίζονται στις άκρες.
Εκεί «έφυγε» και το χιούμορ μου.
Ξύπνησα με φριχτούς πόνους (yele-e-yele). Πρέπει να έβλεπα κάποιο εφιάλτη γιατί είχα αρπάξει δυο χούφτες καυτή άμμο και την έσφιγγα με όλη μου τη δύναμη. Θεέ μου, ΚΑΙΓΟΜΑΙ. Άνοιξα τις παλάμες μου και η άμμος άρχισε να πέφτει. Κάμποση έμεινε κολλημένη πάνω στα χέρια μου και έλαμπε στον ήλιο σαν εκατομμύρια μικροσκοπικά καθρεφτάκια. Δεν ξέρω πόση ώρα χρειάστηκε για να φτάσει η άμμος στο έδαφος, νομίζω ότι είτε έχω αρχίσει να χαζεύω, ή ότι η έννοια του χρόνου εδώ είναι ελαστική. Τα έβλεπα σε αργή κίνηση να πέφτουν και ασυναίσθητα μου ήρθε στο νου η εικόνα της γυναίκας μου. Καλά, της πρώην γυναίκας μου. Της άρεσαν τόσο όλα τα πράγματα που γυαλίζουν. Στιγμιαία μεταφέρθηκα με τη φαντασία μου στην ημέρα που της έκανα πρόταση γάμου. Όχι δεν ήταν γάμου, ήταν κάτι άλλο που δεν το θυμάμαμαι καθαρά τώρα. Η καλντέρα της Σαντορίνης ζωγραφίστηκε μπροστά μου με έντονα, σχεδόν εξωπραγματικά χρώματα. Οι δυο μας ακουμπισμένοι σε ένα πεζούλι που κοιτούσε απευθείας στη θάλασσα με δυο φωτισμένα καράβια. Το δαχτυλίδι που γυάλιζε καθώς το περνούσα στο δάχτυλο της. Και στη μέση φυσικά του πίνακα ζωγραφισμένη με τα πιο έντονα χρώματα από όλους, με το πιο εκτυφλωτικό λευκό, ήταν εκείνη. Η εικόνα πάγωσε μπροστά μου. Ναι, ήταν αγάπη. Καθαρή ανιδιοτελής αγάπη. «Και που κατέληξε?» ρώτησε ο κυνικός μου εαυτός. Μονομιάς η εικόνα της άρχισε να ζαρώνει και να μαυρίζει, σαν να ήταν μια φωτογραφία και κάποιος να της είχε βάλει φωτιά (yele-e-yele). Μια φωτιά με νόηση που πρώτα άρχισε να καίει εκείνη, μετά την καλντέρα και στο τέλος ότι είχε μείνει όρθιο από την φωτογραφία ήμουν εγώ με ένα πύρινο κύκλο ολόγυρα μου. Οι φλόγες το σκέφτηκαν λίγο, κοντοστάθηκαν για ένα-δύο δευτερόλεπτα και μετά εφόρμησαν πάνω μου από όλες τις κατευθύνσεις. Ένοιωσα τη ζέστη. Κοιτάω κάτω και τα ρούχα μου έχουν πάρει φωτιά. Είναι αδιανόητο αλλά έχω φλογίσει σαν τον ανθρώπινο πυρσό από τα κόμιξ που διάβαζα μικρός. Περιμένω να αισθανθώ φριχτούς πόνους και να δω το δέρμα μου να γίνεται κάρβουνο, αλλά αντί αυτού αισθάνομαι μόνο μια ζέστη μέσα στα σπλάχνα μου. Και ξαφνικά καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Καίγομαι μέσα μου, καίγομαι έξω μου, και το ενδιάμεσο, το σώμα μου μένει άθικτο. Τι εφιάλτης είναι αυτός, τι μαρτύριο και γιατί το περνάω?
Ξαφνικά, νυχτώνει. Έτσι απλά, χωρίς καμία προειδοποίηση. Στηρίζομαι στο ένα γόνατο, σηκώνομαι όρθιος και αφουγκράζομαι το απόλυτο κενό γύρω μου. Εξακολουθώντας να καίγομαι αρχίζω ασυναίσθητα να περπατάω, μια φλόγα μέσα στην έρημο χωρίς σκοπό ύπαρξης η προορισμό. Προχωράω προς τα «εμπρός» αλλά το κεφάλι μου είναι στραμμένο στα δεξιά μου, γιατί η φωτιά σε συνδυασμό με το αδύναμο φως του φεγγαριού σχηματίζει ενδιαφέρουσες σκιές δίπλα μου. Νομίζω ότι οι σκιές αντικατοπτρίζουν όλα όσα επιθύμησα ποτέ στη ζωή μου, βλέπω χρυσόμαυρες εικόνες από παιδικά παιχνίδια, από υπολογιστές από οχήματα, από χρήματα, από γυναίκες, από φίλους, από... λουλούδια ? Βλέπω μια όαση με φοίνικες η το μυαλό μου παίζει παιχνίδια ? Γυρίζω απότομα αριστερά και ναι, σε απόσταση λίγων μέτρων υπάρχουν λουλούδια (yele-e-yele). Βλάστηση! Νερό! Λύτρωση.
Μαζεύοντας όσες δυνάμεις πιστεύω ότι μου έχουν απομείνει αρχίζω να τρέχω (κουτσαίνω) μέχρι εκεί. Η απόσταση μικραίνει όλο και περισσότερο και μέσα στο ημίφως βλέπω ήδη το γκριζοπράσινο χρώμα από το επίμονο χορτάρι που τόλμησε να φυτρώσει στη μέση αυτής της κόλασης. Η σκιά μου με ακολουθεί καταποδάς, λίγα εκατοστά πιο πίσω. Είμαι κοντά πια (yele-e-yele) και η μυρωδιά της βλάστησης με τυλίγει και σχεδόν μεθάω. Ούτε στιγμή δεν μου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να πρόκειται για μια καλοστημένη παραίσθηση, είναι όλα τόσο ζωντανά, τόσο.. δίπλα μου. Λίγα βήματα ακόμα και είμαι εκεί. Καθώς πλησιάζω διακρίνω καθαρά στη μέση της όασης μια λίμνη με νερό που αντανακλά το φως του φεγγαριού...
Το δευτερόλεπτο που το φλογισμένο μου πόδι ακουμπάει το γρασίδι, ξεσπάει η κόλαση. Η όαση παίρνει φωτιά σαν να την είχαν ποτίσει με βενζίνη. Τα δέντρα γίνονται κάρβουνο και μετά στάχτη μέσα σε δευτερόλεπτα. Τα φυτά καίγονται τόσο γρήγορα και απότομα που για λίγο διατηρούν το σχήμα τους και απλά το χρώμα τους γίνεται σταχτί. Στρέφω με αγωνία το βλέμμα μου στη λίμνη, και πριν προλάβω καν να ανακουφιστώ που είναι ακόμα εκεί ακούγεται ένας υπόκωφος θόρυβος ακριβώς από το κέντρο της και μια μεγάλη φούσκα σχηματίζεται στην επιφάνειά της. Μέχρι να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου το νερό βράζει και μέσα σε λίγες στιγμές έχει ήδη εξατμιστεί.
Έτσι «έφυγε» η ελπίδα μου.
Όλα γίνονται απότομα στον κόσμο αυτό, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για την αλλαγή. Η νύχτα γίνεται μέρα, και μετά αμέσως ξανά νύχτα. Τα λιγοστά σύννεφα στον ουρανό δεν κινούνται αργά αλλά τρέχουν μπροστά από τα μάτια μου και εξαφανίζονται σε δευτερόλεπτα μόνο και μόνο για να αντικατασταθούν από κάποια άλλα σαν να έχει βάλει κανείς ταινία σε fast forward. Οι παραισθήσεις μου έρχονται και φεύγουν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνουν καν να ολοκληρωθούν, βλέπω απλά σκιές να εναλλάσονται, σκιές από όλα όσα έχω ζήσει. Βλέπω τους φίλους μου να περνούν σαν φαντάσματα απο μπροστά μου και απλώνω το χέρι μου που περνάει από μέσα τους για να τους σταματήσω. Προσπαθώ να τους μιλήσω αλλά παρόλο που τα χείλη μου κινούνται δεν ακούω κανένα ήχο να βγαίνει από εμένα, τα καλύπτει όλα το τριζοβόλημα της φωτιάς που έχω γύρω μου.
Συνεχίζω να προχωράω. Έχει πάλι μεσημεριάσει και ο ήλιος καίει. Κάπου εδώ πλέον αρχίζω να το παίρνω απόφαση ότι δεν θα βγω ποτέ από αυτή την κόλαση. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει, και ακόμα χειρότερα δεν θυμάμαι από που ήρθα και προς τα που πάω. Κάπου εδώ αρχίζω να καταθέτω τα όπλα και να περπατάω όλο και πιο αργά, σχεδόν να σέρνομαι. Κάπου εδώ αρχίζω να παρακαλάω για τον θάνατο. Κάπου εδώ..
... «φεύγουν» τα λογικά μου.
Και τότε βλέπω τον τάφο για πρώτη φορά. Στη μέση του πουθενά, ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος με το χώμα να έχει στοιβαχτεί ακριβώς δίπλα του, και αντί για σταυρό, ένα διχαλωτό κομμάτι ξύλου μπηγμένο στο έδαφος στη μία του άκρη. Στη διχάλα του, κρέμεται ένα περίστροφο. Ξέρω ότι έχει μια μόνο σφαίρα μέσα, με την ίδια σιγουριά που ξέρω ότι είναι εκεί για εμένα. “Special Delivery” που έλεγε και ο Κλουζώ. Ναι, εκεί θα πάω να κουρνιάσω, αν μη τι άλλο έχει σκιά εκεί. Με αργές κινήσεις σηκώνω το όπλο και το ακουμπάω στον κρόταφό μου. «Στήνομαι» έτσι ώστε το άψυχο σώμα μου να πέσει μέσα στον τάφο και σφίγγω τα δόντια. Δεν τρέμει το χέρι μου, είναι αυτό που θέλω. Καθώς όμως αρχίζω να σφίγγω τη σκανδάλη, καταλαβαίνω πως κάτι έχω ξεχάσει. Θέλω να αφήσω κάτι πίσω μου, δεν θέλω να θαφτώ κάτω από την άμμο και κανείς να μην ξέρει ότι υπήρξα. Κατεβάζω το όπλο, και αργά βγάζω την ασημένια κιθάρα που κρέμεται από το λαιμό μου, και την περνάω στη διχάλα. Αυτό θα είναι το μνημείο μου. Ακουμπάω ξανα το όπλο στο κεφάλι μου, κοιτάω για τελευταία φορά γύρω μου και σφίγγω την κιθάρα για να την αποχαιρετήσω. Και ξαφνικά νιώθω ένα τράνταγμα.
Μια ντουζίνα λάμπες φθορισμού ανάβουν μπροστά μου και εγώ είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα με κάποια πορτοκαλί καλώδια συνεδεμένα πάνω μου. Ο Βασίλης στέκεται ακριβώς από πάνω μου και φαίνεται θεόρατος καθώς με κοιτάει με επιτιμητικό ύφος. «Πάλι σκατά τα έκανες», μου λέει, και με μια απότομη κίνηση τραβάει τα καλώδια και με αποσυνδέει από τον εξομοιωτή. Μορφάζω καθώς νοιώθω ακόμα μια ελαφριά ζαλάδα αλλά κατά τα άλλα είμαι χαρούμενος και έχω πλήρη συναίσθηση του ποιος είμαι. Ο Βασίλης μου δίνει ένα ποτήρι νερό το οποίο δέχομαι αδιάφορα, και με οδηγεί στο καθιστικό του ιατρείου του. Κάθεται σκυθρωπός απέναντί μου.
«Θέλω να συνεχίσουμε με κανονική θεραπεία. Στον καναπέ μου. Τέρμα ο εξομοιωτής για εσένα.» Πάω να τον διακόψω και σηκώνει επιτακτικά το χέρι. «Ξέρω, ξέρω. Δεν έχεις τίποτα να μου πεις γιατί πιστεύεις ότι δεν έχω τίποτα να σου πω για εσένα. Τα ξέρεις ήδη όλα για τον εαυτό σου, και δεν έχεις τίποτα να ανακαλύψεις. Μου τα έχεις ξαναπεί αυτά και τα έχω σεβαστεί πολλές φορές. Πρέπει όμως να καταλάβεις ότι ο εξομοιωτής χρησιμοποιείται κυρίως σε ανθρώπους με σοβαρές παθήσεις και περιορισμένη ικανότητα επικοινωνίας όπως π.χ. σχιζοφρενείς, η μανιοκαταθλιπτικούς. Είναι ένα μέσο για να πάνε σε ένα χώρο που αυτοί θέλουν, και όπου μπορούν νοερά να καλέσουν τόσο αυτούς που θέλουν να αντιμετωπίσουν όσο και αυτούς που θα τους βοηθήσουν. Εσύ όμως Παντελή, πραγματικά με ανησυχείς. Δεν καλείς κανένα. Ούτε φίλο, ούτε εχθρό. Βρίσκεσαι πάντα σε μια έρημο και όλοι είναι σκιές και φαντάσματα. Ό,τι καλό έχεις ζήσει στη ζωή σου το καταστρέφεις και το εκμηδενίζεις, το κάνεις να φαίνεται ανούσιο και ασήμαντο. Πας εκεί μόνος και παραμένεις μόνος να περιπλανιέσαι άσκοπα, και να υποφέρεις. Είναι σαν να αυτομαστιγώνεσαι, όπως κάνουν οι μοναχοί. Ο κόσμος που δημιουργείς δεν έχει στην ουσία υπόσταση, είναι ένας κρανίου τόπος. Αν δεν μου φαινόταν εντελώς παράλογο θα έλεγα ότι το έχεις δει σαν παιχνίδι, ένα παιχνίδι επιβίωσης. Σου έχω πει πολλές φορές ότι σε ένα νορμάλ μυαλό ο εξομοιωτής μπορεί να παίξει άσχημα παιχνίδια. Μπορεί πχ να σε εθίσει στη χρήση του. Μπορεί να βρει τι σε τραβάει και να στο προβάλλει για να σε κάνει να ζητάς κι άλλο. Ήρθες σε εμένα από περιέργεια, δεν θέλω να σε δω να καταντάς πρεζάκι της μηχανής. Αν λοιπόν θέλεις να συνεχίσουμε, από την ερχόμενη εβδομάδα θα έχουμε φυσιολογικές συνεδρίες στον καναπέ.»
«Δεν μπορείς να με αναγκάσεις και το ξέρεις», του είπα σταθερά. «Αν δεν μου επιτρέψεις να χρησιμοποιώ τον εξομοιωτή θα πάω απλά σε άλλο ψυχολόγο.»
Αναστέναξε βαθιά. «Όχι, δεν μπορώ να σε αναγκάσω. Μπορώ όμως να σε παρακαλέσω. Σκέψου το σε παρακαλώ, σκέψου ότι κάνεις κακό στον εαυτό σου. Έλα την ερχόμενη εβδομάδα την ίδια ώρα, και ό,τι και αν έχεις αποφασίσει θα το σεβαστώ.» Σηκώθηκε κοιτώντας το ρολόι του και με πήγε μέχρι την πόρτα. Καθώς έμπαινα στο ασανσέρ, έβαλε το κεφάλι του στο θάλαμο. «Κάτι τελευταίο. Πως στο δαίμονα τολμάς κάθε φορά και αντί να βάλεις τη σκανδάλη επαναφοράς πάνω στη σκανδάλη του όπλου τη βάζεις πάνω στην κιθάρα σου? Κάποια μέρα θα πυροβολήσεις ξέρεις, και θα αναγκαστείς να βιώσεις τον ίδιο σου το θάνατο πριν σε κάνω reset.»
Χαμογέλασα. «Απλά ξέρω», του είπα. «Το πολύ πολύ όπως λες να βιώσω τον ίδιο μου το θάνατο. Δεν θα είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που το ζει αυτό στον εξομοιωτή, σωστά ?»
Με κοίταξε έκπληκτος. «Παίζεις! Παίζεις, όπως κάνεις όταν οδηγείς που νομίζεις ότι τρέχεις σε racing game. Τζογάρεις με τον εξομοιωτή! Τζογάρεις με τον εαυτό σου! Είσαι απίστευτος. Τρέχα μέχρι το Mediamarkt να πάρεις το Playstation 5 να ξεκαυλώσεις και άσε με να κάνω τη δουλειά μου.» Και μου κοπάνησε την πόρτα του ασανσέρ στα μούτρα.
Βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατάω αναζωογονημένος. Έπαιρνα βαθιές ανάσες αέρα, όλα μου φαινόντουσαν πιο απλά. Θα μπορούσα να κάτσω να εξηγήσω στο Βασίλη ότι κάθε συνεδρία με το μηχάνημα για εμένα ήταν μια κάθαρση. Θα μπορούσα να του πω ότι μπορεί να μην αντιμετώπιζα τα προβλήματά μου αλλά ότι τουλάχιστον έκανα κάτι, ότι αντιμετώπιζα τον ίδιο μου τον εαυτό. Τέλος θα μπορούσα να του πω για εκείνη την πόλη που βλέπω μακριά κάθε φορά που κάνω logon και που προσπαθώ να την φτάσω. Dry Gulch τη λένε, δεν ξέρω πως το γνωρίζω, αλλά είμαι σίγουρος. Την βλέπω στιγμιαία και μετά χάνεται, και μετά από λίγο την ξεχνάω όσο είμαι μέσα, αλλά θα την βρώ. Ω ναι, την ερχόμενη εβδομάδα που θα μπω (yele-e-yele) είμαι βέβαιος πως θα την βρω...






